Ο κίνδυνος να δεχτούμε αφόρητες πιέσεις για να υλοποιήσουμε τη δέσμευση του διαμοιρασμού του εθνικού μας πλούτου με τους Τ/κ χωρίς κανένα απολύτως αντάλλαγμα είναι ορατός, για όσους ξέρουν απλή αριθμητική
Άλλα τέσσερα χρόνια διαπραγματεύσεων πήγαν στον βρόντο. Καθώς η θυελλώδης θητεία του κ. Αναστασιάδη φτάνει στο τέλος της, όλα δείχνουν ότι το μόνο που κατάφερε διά της μεθόδου των εξευμενιστικών υποχωρήσεων και των κοινωνικο-πολιτιστικών πυροτεχνημάτων ήταν να αυξήσει την τουρκική θρασύτητα, με τις ευλογίες ενός ακόμα προκατειλημμένου διαμεσολαβητή του ΟΗΕ.
Ούτε η ρατσιστική ΔΔΟ, ούτε η εξωφρενική ‘πολιτική ισότητα’ με τα πάσης φύσεως βέτο, μήτε και η παραμονή των εποίκων και η προτεινόμενη νομιμοποίηση του σφετερισμού των περιουσιών μας μπόρεσαν να κάμψουν την αδιαλλαξία της Άγκυρας και των εδώ εγκάθετών της.
Τα θέλουν όλα, τα θέλουν τώρα και, επειδή γνωρίζουν εκ των προτέρων ότι το κράτος-Φράνκεσταϊν που θα συρραφτεί από τα πιο πάνω τερατώδη θα είναι βραχύβιο, επιμένουν σε παραμονή στρατού και εγγυήσεων για να προστατεύσουν τα κλοπιμαία και να επισφραγίσουν, με δική μας βούλα, την απόλυτη κυριαρχία τους επί της Κύπρου.
Κι εμείς, οι αθεράπευτα μοιραίοι, τυρβάζουμε περί προεδρικών εκλογών, αμφιλεγόμενων δεικτών ανάπτυξης και άλλων συγκριτικών φαιδροτήτων, ως να διανύουμε ένα αθώο εθνικό κρυολόγημα!
Πρέπει να αντιληφθούμε ότι, παρά την εφιαλτική μοναξιά και τις λοιπές αδυναμίες μας, εξακολουθούμε να έχουμε αρκετά μέσα για να υπερασπιστούμε την υπόθεσή μας, πέραν της αναξιοποίητης δυνατότητας να σταθούμε ομόγνωμοι και ανυποχώρητοι στη διεκδίκηση μιας αληθινά δίκαιης και λειτουργικής λύσης.
Θα αναφερθούμε επί τροχάδην σε δυο από αυτά.
Πρώτον, έχουμε την Κυπριακή Δημοκρατία, αναγνωρισμένο κράτος και ισότιμο με κάθε άλλο στη διεθνή κοινωνία, το οποίο κακώς αποκλείσαμε από τις διαπραγματεύσεις ευθύς εξαρχής - για να φτάσουμε σήμερα στο αδιανόητο σημείο να απεργαζόμαστε την κατάλυσή του!
Η ουσία του Κυπριακού και η διττή του φύση καθιστούσαν ανέκαθεν ανάγκη, δικαίωμα και καθήκον την άμεση συμμετοχή του επίσημου κράτους μας στις ειρηνευτικές συνομιλίες. Ο δικοινοτικός «συνεταιρισμός» του 1960 παραβιάστηκε κατ’ επανάληψη από τους Τ/κ, το 1964, το 1975 και το 1983 και απώλεσε τα ερείσματά του.
Από την εποχή του ψηφίσματος του ΣΑ αρ. 186 του 1964, η Κυπριακή Δημοκρατία επιβεβαιώθηκε ως αυθύπαρκτο, αναγνωρισμένο, ανεξάρτητο και κυρίαρχο κράτος - μέλος του ΟΗΕ και συνέχισε να υφίσταται ως τέτοιο, ακόμα και όταν ακρωτηριάστηκε εδαφικά με την τουρκική εισβολή.
Δεν είναι ούτε αποικία, ούτε μια σκέτη γεωγραφική περιοχή στα βάθη της Αφρικής στην οποία αλληλοσφάζονται διάφορες φυλές για να χρειάζεται την παρέμβαση μεσαζόντων μόνο και μόνο για να μαζέψουν τους φύλαρχούς της και να τους πείσουν να οριοθετήσουν τις περιοχές που κυνηγούν για να σταματήσει το μακελλειό.
Έστω και όψιμα, η ΚΔ θα πρέπει να απαιτήσει την υποστήριξη του ΟΗΕ και της Ε.Ε., των οποίων αποτελεί ισότιμο μέλος, για αλλαγή του κατ’ ευφημισμόν διακοινοτικού μοντέλου των διαπραγματεύσεων. Η διαδικασία δεν ήταν ποτέ «κυπριακής ιδιοκτησίας», γι’ αυτό και αποτυγχάνει κατ’ επανάληψη. Για να υπάρξει οποιαδήποτε πρόοδος χρειάζεται να καθίσουν στο ίδιο τραπέζι η κυπριακή κυβέρνηση με την τουρκική.
Οι συνομιλίες με την ηγεσία των Τ/Κ πρέπει να διεξάγονται εκ παραλλήλου, πάντα με την επίσημη ΚΔ στη μια πλευρά. Φυσικά, αυτό δεν είναι καθόλου εύκολο, αφού πάγιος στόχος των Τούρκων είναι η αποδόμηση και κατάλυση του κυπριακού κράτους, αλλά δεν υπάρχει άλλη οδός από το να αρχίσουμε να το επιδιώκουμε ανυποχώρητα, στο πλαίσιο μιας νέας, συγκροτημένης στρατηγικής.
Δεύτερον, αποκτήσαμε εσχάτως ένα ισχυρό διαπραγματευτικό πλεονέκτημα (Παρεμπιπτόντως, πρέπει να πούμε ότι το προηγούμενο, που μας έτυχε το 2004, δεν το έχουμε χάσει - απλά, προς επιβεβαίωση της μεθόδου του «καλού παιδιού», το κρατούμε σε σχετική αδράνεια). Το νέο μας πλεονέκτημα, που ευελπιστούμε να μη μετατραπεί σε ανάθεμα, είναι οι υδρογονάνθρακες της σαφώς οριοθετημένης κυπριακής ΑΟΖ, όπως προνοεί το Δίκαιο της Θάλασσας, του 1982.
Πώς το αξιοποιήσαμε στις διαπραγματεύσεις; Βιαστήκαμε να το ρίξουμε στο τραπέζι ως καρότο άνευ μαστιγίου (ένεκα πάλι της «μεθόδου») και έγινε εκείνο που έπρεπε να προβλέψουμε: ανοίξαμε την όρεξη του θηρίου, που θέλει να το καταβροχθίσει όλο, πάραυτα και άνευ προϋποθέσεων.
Η απορία μας είναι γιατί, αφού κάναμε το λάθος να το υποσχεθούμε, δεν το διαπραγματευόμαστε τουλάχιστον; Γιατί λόγου χάρη δεν προτείνουμε την άμεση διανομή των καθαρών εσόδων από την πρώτη κιόλας εξόρυξη στην αναλογία 4:1 έναντι της άμεσης επιστροφής της περίκλειστης πόλης της Αμμοχώστου, του τερματισμού των τουρκικών προκλήσεων και απειλών για θερμά επεισόδια και ενός -απαραιτήτως εγγυημένου από το ΣΑ του ΟΗΕ- χρονοδιαγράμματος αποχώρησης του κατοχικού στρατού;
Έστω κι αν δεν γίνει δεκτή η πρότασή μας, που συμβαδίζει με αθετημένες από τους Τούρκους συμφωνίες και με αναρίθμητα ψηφίσματα του ΟΗΕ, θα βάλουμε σε σοβαρό δίλημμα τους Τ/κ, που θα μπορούσαν να απεξαρτηθούν οικονομικά από την Τουρκία και επιπλέον θα αποκτήσουμε πρόσθετα ερείσματα στην προσπάθειά μας για αντιμετώπιση της κλιμακούμενης τουρκικής επιθετικότητας.
Εξάλλου, ο κίνδυνος να δεχτούμε αφόρητες πιέσεις για να υλοποιήσουμε τη δέσμευση του διαμοιρασμού του εθνικού μας πλούτου με τους Τ/κ χωρίς κανένα απολύτως αντάλλαγμα είναι ορατός, για όσους ξέρουν απλή αριθμητική.
ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ ΣΚΑΡΠΑΡΗΣ




