Ξέρεις, όλες εκείνες οι προφητικές ατάκες σου για τον ρόλο της διαφήμισης στη διάβρωση που ερχόταν στο «Σκέψου πριν αγοράσεις» πήγαν στράφι

Δεκαοχτώ χρόνια συμπληρώθηκαν χθες από ’κείνο το πρωινό που λάκισες, ούτε θεραπείες, ούτε παράταση καταδέχτηκες. Έφυγες χωρίς να παιδέψεις κανέναν. Δεκαοχτώ χρόνια κι είσαι ακόμα ο ένας, ο μοναδικός, ο χιουμορίστας παρουσιαστής, ο ερευνητικός, διεισδυτικός δημοσιογράφος, ο ευφάνταστος, ζεστός, τρυφερός βαθιά ανθρώπινος συγγραφέας.

Ιούνιος 1964, καλοκαιράκι σε μια Αθήνα ακόμα γλυκιά κι ανθρώπινη, σε θερίζει το δίλημμα: Μιάμιση δραχμή, κουλούρι ή Φρέντυ; Και νικούσες πάντα, άτιμο παιδί της σάτιρας, της διακωμώδησης όσο ζούσε η φτωχή Ψωροκώσταινα. Φρειδερίκος τ’ όνομά σου, κονταροχτυπιέσαι με τον Γκλύνσπουργκ, ποιος θα γίνει πρώτος πατέρας, εσύ (ήταν ακόμα ζωντανός ο γάμος σου με την Εριέττα Μαυρουδή), ή εκείνος από την Άννα-Μαρία; Γεννιέται το Ναταλάκι σου κι αστραποβολά το χιούμορ σου: «Η Μεσημβρινή πάντα προηγείται».

Πάμε σεργιάνι στη ζωή σου: Ένας νεαρός Μυτιληνιός Γερμανός, πλασιέ σε υφασματοπωλείο, υπάλληλος σε γραφείο, ταμίας. Μα, έρχεται το πρώτο βραβείο στον Πανελλήνιο Διαγωνισμό Διηγήματος Νέων. «Στη μάνα μου χρωστάω το βραβείο, την αγάπη μου για το διάβασμα και τη μυωπία μου», πρώτη ριπή απ’ το καυστικό, αυτοσαρκαστικό χιούμορ σου. Αθλητικό ρεπορτάζ σ’ εφημερίδα, εσύ που σ’ έδιωχναν γιατί δεν είχες καλή κεφαλιά για σέντερ φορ, δεν ήξερες μπάλα. Τις μπαλιές στην ψυχή μας τις έμαθες αργότερα.

Η Ελένη Βλάχου, η μεγαλύτερη φυσιογνωμία του Τύπου στην Ελλάδα της εποχής, τρακάρει κάπου ένα κείμενό σου. Σε φωνάζει, χρονογράφημα στην «Καθημερινή». Στην ίδια πολυκατοικία με τη Βέμπο και τον αδελφό της μάνας σου μουσικοσυνθέτη Λεό Ραπίτη ρουφάς απ’ όλους φινέτσα, καλλιέργεια.

Πρώτο βιβλίο «Με συγχωρείτε, λάθος», ευθυμογραφήματα με ανελέητη σάτιρα που θ’ ακολουθήσουν κάπου σαράντα βιβλία, βιογραφίες κυρίως γυναικών «Ακριβή μας Σοφία» (η μητέρα του Αντρέα Παπανδρέου Σοφία Μινέικο), η Έλλη Λαμπέτη, η Πηνελόπη Δέλτα, τις λάτρεψες τις γυναίκες, η αλήθεια, αλλά και πολιτικών, Χαρίλαου Τρικούπη, Θεόδωρου Δεληγιάννη, Ίωνα Δραγούμη κ.ά. Συνάντηση μετά με τον Κάρτερ, θρυλικό το βιβλίο «Τζίμη πάρε ένα φιστίκι», δίνει το στίγμα της εποχής του ψυχρού πολέμου και του ρόλου των Αμερικανών στη μεταπολεμική σπαραγμένη Ελλάδα.

Ύστερα έρχεται στη ζωή σου η τηλεόραση, κτιζόταν ακόμη η ΥΕΝΕΔ ανάμεσα σε μπάζα, σωλήνες, πέτρες, λες ειδήσεις, κάνεις ρεπορτάζ και γεννιέται η τηλεοπτική βαθιά ανθρώπινη εκπομπή «Πρώτη Σελίδα». Απ’ αυτήν θα χαρίσεις, χρόνια ολόκληρα, μοναδικές στιγμές καλλιτεχνών, πολιτικών, απλών ανθρώπων, την κυρά της Ρω από σένα τη γνωρίσαμε, Φρέντυ. «Έχω φάει την τηλεόραση με το κουτάλι, για ερωμένη καλή είναι, να κάνεις τη δουλειά σου όταν έχεις εξάψεις, να πλένεσαι και να φεύγεις. Η εφημερίδα είναι η παντοτινή σύντροφος, η σταθερή υγιής σχέση».

Κύπρος 1974, απ’ τους πρώτους εδώ, μες στη χειμωνιά, να γυρνάς στ’ αντίσκηνα, να δίνεις αγάπη σε παιδιά, παρηγοριά σε συγγενείς αγνοουμένων, χαροκαμένους, γυναίκες που βιάστηκαν κι ανακαλύπτεις τον Κρητικό, κρυμμένο μήνες μέσα σε σπηλιά.

Έζησες έναν απέραντο έρωτα για τη ζωή, που την καταγράφεις απ’ το μπαλκόνι σου στη Σόλωνος με τα πλήκτρα της γραφομηχανής σου, τα γυαλιά σου πάντα στο στυλ της δεκαετίας του εξήντα και την στέλνεις στον κόσμο γύρω σου να τον ζεστάνεις.

Ώς την ώρα που κλείνεσαι σαν σαλιγκάρι στο καβούκι σου και πας να βρεις αυτούς που σε συντρόφευαν χρόνια, τον αγαπημένο σου συνθέτη Γκέρσουϊν, τη Ρίτα Χέιγουορθ, με τ’ ατελείωτα μαύρα γάντια και το παθιασμένο «put the blame on men», τον Χάμφρεϊ Μπόγκαρτ, την Ίγκριντ Μπέρκμαν. Άλλοι καιροί, Φρέντυ μου, που τους έζησες με την ψυχή σου.

Τώρα, για το σήμερα, τι να σου πω; Η Αθήνα σου αγνώριστη, δεν θα ’θελες να ξέρεις. Το Ναταλάκι σου μην το μαλώνεις που μοστράρει κρέμες αιωνίας νεότητας, τέτοιους καιρούς βρήκε, τέτοια κάνει. Να το ’χεις καμάρι που τη λάμψη στο βλέμμα και τη σπιρτάδα στο μυαλό, που κληρονόμησε από σένα, μια χαρά τα κουμαντάρει.

Τι μου ’ρχεται τώρα στο μυαλό; Μήπως σου βρίσκεται εκεί πάνω κανένας μπούσουλας μπας και βρουν οι χαντακωμένοι πολιτικοί τον δρόμο της σωτηρίας; Λέμε τώρα. Άμα είναι, στείλε σήμα. Ξέρεις, όλες εκείνες οι προφητικές ατάκες σου για τον ρόλο της διαφήμισης στη διάβρωση, που ερχόταν στο «Σκέψου πριν αγοράσεις», πήγαν στράφι. «Ούτε αλάτι, ούτε πιπέρι» πια, στη ζωή μας Φρέντυ, να το νοστιμίσουμε το πιλάφι της αγωνίας για το αύριο.

Για την τηλεόραση, τι ρωτάς; Βασιλεύουν μισόγυμνες σταρλετίτσες της κακιάς ώρας, θεότρελες ομάδες σε αγώνα επιβίωσης. Θα σωθεί η Ελλάδα, αναρωτιέσαι; Ναι, όταν έρθει νέα πλημμύρα ή νέος σεισμός και τα τσακίσει όλα. «Γράψ’ το όπως το λέω» όπως το ’λεγες κι εσύ τότε. Ώρα σου καλή.

ΑΛΕΚΑ ΓΡΑΒΑΡΗ-ΠΡΕΚΑ