Αυτό το σύντομο κείμενο είναι αφιερωμένο στους γονείς μου, με αφορμή την «αφυπηρέτηση» του πατέρα μου από το επάγγελμα του πατροπαράδοτου ή παραδοσιακού βοσκού, κυρίως προβάτων, μετά από 75 ολόκληρα χρόνια (7 μέρες τη βδομάδα, 365 μέρες τον χρόνο).
Ο Γεώργιος Μιχαήλ Βαρνάβα γεννήθηκε το 1934 στο Φρέναρος της Επαρχίας Αμμοχώστου και μέχρι τον Ιούνιο του 2016 είχε ως κύρια βιοποριστική ασχολία το επάγγελμα του παραδοσιακού βοσκού. Μαζί του και η μάνα μου, η Εύα Κωνσταντή Μπέη με καταγωγή από τη Δερύνεια, από την ημέρα που έσμιξαν, τόσο στο κοπάδι όσο και στην παραγωγή σπιτικών χαλλουμιών. Ο πατέρας μου ξεκίνησε τη δουλειά αυτή σε ηλικία περίπου 7 ετών (δεν πήγε σχολείο), μαζί με τον παππού του. Στα 16 του, όταν είχε το δικαίωμα, πήρε και τη σχετική άδεια από την τότε αγγλική διοίκηση της Κύπρου.
Θα μπορούσε να πει κανείς ότι το επάγγελμα του παραδοσιακού βοσκού (shepherd), έχει τις ρίζες του στη Νεολιθική Εποχή (Neolithic Age) και την περίοδο της Γεωργικής Επανάστασης (Agricultural Revolution), π.χ. 7000 π.χ. - 3000 π.χ., όταν ο άνθρωπος καλλιέργησε πιο συστηματικά τη γη και εξημέρωσε ορισμένα ζώα.
Το επάγγελμα του βοσκού, μαζί με αυτό του γεωργού, όπως εξελίχθηκε και διαμορφώθηκε κατά την τουρκοκρατία και την αγγλοκρατία μετέπειτα, μέχρι και τα πρώτα χρόνια μετά την τουρκική εισβολή του ’74, ήταν ένα από τα κύρια ή συμπληρωματικά βιοποριστικά επαγγέλματα τής κατά το πλείστον φτωχής αγροτικής οικογένειας της Κύπρου. Μέχρι και τη λήξη της προαναφερθείσας περιόδου, οι πλείστοι βοσκοί κατείχαν γύρω στα 50 ζώα, ενώ πολλές γεωργικές οικογένειες είχαν σπίτι τους μικρό αριθμό προβάτων ή αιγών, για το γάλα, τα χαλλούμια, την αναρή κ.λπ.
Συνήθως οι βοσκοί έβοσκαν τα ζώα τους (π.χ. πρόβατα και κατσίκες) εκτός του χωριού. Πολλοί από αυτούς, κατά τους καλοκαιρινούς μήνες συνήθιζαν να γυρίζουν με τα κοπάδια τους όπου υπήρχε τροφή για τα ζώα και να διανυκτερεύουν εκτός της μάντρας (εξωτζιοιμίζαν), όπου τους έβρισκε η νύχτα.
Κατά την αγγλοκρατία και μέχρι τις εμφύλιες συγκρούσεις του ‘63, αξίζει να αναφερθεί ότι δεν υπήρχε διαχωρισμός μεταξύ χριστιανών και μουσουλμάνων βοσκών. Μάλλον συνεργάζονταν, αφού πολλές φορές βοηθούσε ο ένας τον άλλο, όπως για παράδειγμα κατά τις γιορτές της Ανάστασης και του Μπαϊραμιού.
Οι βοσκοί κατά την προαναφερθείσα περίοδο έπρεπε να κατέχουν ειδική άδεια και να φέρουν στον βραχίονά τους ειδικό οβάλ μεταλλικό σήμα, το λεγόμενο νισιάνιν, στο οποίο αναγραφόταν το αγγλικό κεφαλαίο γράμμα S (shepherd), καθώς και ο αριθμός της σχετικής άδειας. Αργότερα, η άδεια παρεχωρείτο από τον Έπαρχο.
Την ευθύνη επιτήρησης των βοσκών είχαν οι αγροφύλακες, λεγόμενοι και τουρκόπουλοι, που επί τουρκοκρατίας κάποιοι μπορεί να ήταν και εξισλαμισθέντες Έλληνες.
Βασικά χρειώδη του παλιού βοσκού ήταν, μεταξύ άλλων, η βούρκα, κατασκευασμένη από δέρμα ζώου (π.χ. αίγας), η βέρκα (βέργα) με το τσιυππόιν (κατσούνι), για να γραπώνουν τα ατίθασα ζώα, αίγες και πρόβατα, από το πόδι και για τους μερακλήδες… το πιδκιαύλιν.
Αυτά λοιπόν αφιερωμένα στους γονείς μου με αγάπη και ένα μεγάλο ευχαριστώ για όλα όσα μου πρόσφεραν και μου προσφέρουν, ακόμη και σήμερα.
Πηγές:
Μαρία Αθανασίου, Τμήμα Γεωργίας «Ο βοσκός και ο τουρκόπουλος». Περιοδικό «Αγρότης» (τεύχος 464, Ιούνιος - Ιούλιος 2014).
«Το επάγγελμα του βοσκού τα παλιά τα χρόνια». Εφημερίδα «Ο Φιλελεύθερος» (26 Απριλίου 2009).
ΑΝΔΡΕΑΣ ΒΑΡΝΑΒΑ




