Ένα λόγο σπαρακτικό θέλω να καταθέσω σήμερα, με τον τρόπο των ποιητών, καθώς αισθάνομαι πως έχουμε εισέλθει προ πολλού στον τόπο της προδιαγραφείσας εξόδου και αφανισμού μας από τον τόπο της ιστορίας. Τα γράφω όλα αυτά με πόνο, ακούοντας τον λόγο των ξένων που απειλούν με καταστροφή την πατρίδα μου, και παρακολουθώντας εκείνη τη ρητορική του πάθους και της κενότητος των πολιτικών.

Για την πατρίδα μου γράφω σήμερα σπαρακτικώς και επωδύνως, που την έχουμε αφανίσει και εγκαταλείψει, προ πολλού. Που την έχουμε οδηγήσει στην έσχατη φθορά. Δεν μιλάμε πια για την επικείμενη καταστροφή, καθώς τελούμε ήδη εντός της. Από την επομένη της Ζυρίχης, σκέφτομαι, πάνε σχεδόν εξήντα τόσα χρόνια.

Αντί του ξύλινου λόγου των πολιτικών, καταθέτω, λοιπόν, σήμερα έναν άλλο λόγο, σπαρακτικό εν πολλοίς και επώδυνο. Ξεκινώντας από τον Καβάφη και περνώντας στον Σεφέρη κι έπειτα στον Παντελή Μηχανικό. Κι αυτό χωρίς σχόλια και άλλα ερμηνευτικά, που συχνά εξορίζουν την αλήθεια και τη διαχρονικότητα και πολυσημία και αυθεντικότητα του ποιητικού λόγου.

Κι αρχίζω πρώτα μ’ εκείνο τον θρήνο των Ποντίων, όπως τον αναπλάθει και ανασυνθέτει ο ποιητής Κωνσταντίνος Π. Καβάφης στο Ανέκδοτο εκείνο και Κρυμμένο ποίημά του «Πάρθεν».

«Μα απ’ τ’ άλλα πιο πολύ με άγγιξε το άσμα
το Τραπεζούντιον με την παράξενή του γλώσσα
και με την λύπη των Γραικών των μακρινών εκείνων
που ίσως όλο πίστευαν που θα σωθούμε ακόμη».

Να οι μέρες της παλαιάς εκείνης Αλώσεως. Θα ’ταν σημαντικό να δούμε ολόκληρο το ποίημα. Θυμίζω πως γράφτηκε τον Μάρτιο του 1921, λίγο πριν την καταστροφή στη Μικρασία. Το δεύτερο ποίημα, προφητικό κι αυτό, είναι του Γιώργου Σεφέρη. Τίτλος: «Ο δικός μας ήλιος». Παραμονή του Β' Παγκοσμίου Πολέμου. Το αντιγράφω από το «Ημερολόγιο Καταστρώματος Α», που κυκλοφόρησε τον Απρίλιο του 1940. Αποσπώ, λοιπόν, από αυτό τους πιο κάτω στίχους:

«Ο ήλιος αυτός ήταν δικός μου και δικός σου: τον
μοιραστήκαμε
ποιος υποφέρει πίσω από το χρυσαφί μεταξωτό ποιος
πεθαίνει;…
Ήταν δικός μας ο ήλιος, δε βλέπαμε τίποτε πίσω από τα
χρυσά κεντίδια
αργότερα ήρθαν οι μαντατοφόροι λαχανιασμένοι βρόμικοι
τραυλίζοντας συλλαβές ακατανόητες
είκοσι μερόνυχτα πάνω στη στέρφα γης και μόνο αγκάθια
είκοσι μερόνυχτα νιώθοντας ματωμένες τις κοιλιές των
αλόγων
κι ούτε στιγμή να σταματήσουν για να πιουν το νερό
της βροχής…
Ο ήλιος αυτός ήταν δικός μας τον κράτησες ολόκληρο
δε θέλησες να μ’ ακολουθήσεις
κι έμαθα τότε αυτά τα πράγματα πίσω από το χρυσάφι
και το μετάξι
δεν έχουμε καιρό. Σωστά μιλήσαν οι μαντατοφόροι».

Το τρίτο ποίημα, αυτό του Παντελή Μηχανικού, γράφτηκε το 1964. Προτάσσεται της συλλογής «Κατάθεση» και έχει τίτλο «Ωδή για ένα σκοτωμένο Τουρκάκι». Γραμμένο σε καιρούς παράξενους και σκοτεινούς, έρχεται να μας αφυπνίσει, όπως και τα ποιήματα της «Κατάθεσης», που γράφτηκαν δέκα χρόνια μετά, ύστερα από την καταστροφή του ’74. Μόνο που δεν ξέρω, αν μας αφύπνισαν ποτέ, καθώς κατήντησαν πλέον όλα ανώδυνα και στερεότυπα, ακυρωμένα από εκείνους που θα ’πρεπε να πάνε να κρυφτούν, γι’ αυτό και ακίνδυνα:

«Γη μου! Κοίμησέ τον γλυκά,
νανούρισέ τον. Για σένα
η φωνή του ποιητή
ρωτάει και πάλι εφέτος
τους εμπόρους των πετρελαίων
και τους αποικιστές των πτωμάτων,
ρωτάει τον Στέτσον:
‘Το κουφάρι που εφύτεψες πέρσι μέσα στον κήπο σου
άρχισε να βλαστάει; θ’ ανθίσει εφέτος;’»

Αυτά είναι τα μηνύματα των ποιητών κι η έρημη χώρα της ιστορίας και η καμένη και προδομένη πατρίδα μου, που περιμένει από μας τη σωτηρία της.