Εάν ο Γιώργος Λιλλήκας είχε τη δύναμη, θα «εξοστράκιζε» οποιονδήποτε άλλον που θα ήταν εμπόδιο στις φιλοδοξίες του

Οι αρχαίοι Έλληνες είχαν θεσπίσει σαν θεσμό της Αθηναϊκής Δημοκρατίας τον «Οστρακισμό» ή «Εξοστρακισμό», δίνοντας το δικαίωμα στους «ψηφοφόρους» Αθηναίους να ζητούν την απομάκρυνση κάποιου πολιτικού που εναντιωνόταν στην πλειοψηφία ή που θεωρούσαν επικίνδυνο.

Για τον «Οστρακισμό», μαζεύονταν οι Αθηναίοι πολίτες στην Εκκλησία του Δήμου, και κάθε πολίτης άφηνε ένα όστρακο (θραύσμα πήλινου αγγείου), πάνω στο οποίο ανέγραφε το όνομα τού πολίτη του οποίου επιθυμούσε την εξορία. Για να εξοριστεί κάποιος, έπρεπε το όνομά του να βρεθεί σε περισσότερα από 6000 όστρακα.

Ένας από τους εξοστρακισθέντες ήταν και ο Αθηναίος Αριστείδης, επιφανής πολιτικός και στρατηγός των Αθηναίων στη μάχη του Μαραθώνα, γνωστός για τη φιλοπατρία του και την αυστηρότατη προσήλωσή του στο πνεύμα της Δικαιοσύνης. Επειδή ο Αριστείδης είχε αντιταχθεί στο ναυτικό πρόγραμμα του Θεμιστοκλή, οι τότε κρατούντες τον εξόρισαν με «οστρακισμό».

Μάλιστα όταν τέθηκε σε ψηφοφορία η πρόταση οστρακισμού του Αριστείδη, ένας αγράμματος πολίτης, που δεν γνώριζε καθόλου τον Αριστείδη, ούτε στην όψη του, συναντώντας τον Αριστείδη καθ' οδόν, του ζήτησε να γράψει πάνω στο όστρακο, το όνομα «Αριστείδης». Ο Αριστείδης, χωρίς να του φανερωθεί, τον ρώτησε «τι κακό είχε κάνει ο Αριστείδης» και ζητούσε να τον εξορίσουν. Τ

ότε ο πολίτης τού απάντησε πως δεν του είχε κάνει κακό, αλλά κουράστηκε να ακούει συνέχεια να τον αποκαλούν όλοι «δίκαιο, δίκαιο». Και τότε ο Αριστείδης, χωρίς να διστάσει, έγραψε πάνω στο όστρακο το όνομά του.

Αξίζει να σημειωθεί πως όταν αργότερα επανεμφανίστηκε ο κίνδυνος των Περσών, ο Αριστείδης ξεπέρασε την προηγούμενη αντιπαράθεσή του με τον Θεμιστοκλή και (κυριεύοντας την Ψυττάλεια) βοήθησε τον Θεμιστοκλή να νικήσει τους Πέρσες. Δηλαδή πρυτάνευσε η αντικειμενική και δίκαιη κρίση έναντι οποιασδήποτε προσωπικής υπέρμετρης φιλοδοξίας.

Ο κ. Λιλλήκας, αρχικά σοσιαλιστής θαυμαστής του Μισέλ Ροκάρ, κατόπιν υποστηρικτής του Γιώργου Βασιλείου, τον εγκατέλειψε για να ενταχθεί στο ΑΚΕΛ, με το οποίο διετέλεσε για δυο θητείες βουλευτής (του ΑΚΕΛ), κατόπιν εγκαταλείποντας το ΑΚΕΛ μεταπήδησε στο στρατόπεδο του Τάσσου Παπαδόπουλου και αργότερα (2013) κατήλθε ως υποψήφιος Πρόεδρος (με τη στήριξη της ΕΔΕΚ).

Το 2013 το ΔΗΚΟ δεν είχε δικό του κομματικό υποψήφιο και είχε δηλώσει υποστήριξη στον Νίκο Αναστασιάδη, πράγμα που δυσαρέστησε κάποια μερίδα του κόμματος. Μετά (παρόλο που είχε διαβεβαιώσει την ΕΔΕΚ ότι δεν θα προχωρούσε στην ίδρυση κόμματος), ο Λιλλήκας, εκμεταλλευόμενος μερικές συμπάθειες που είχε αποκτήσει από το ΔΗΚΟ και την ΕΔΕΚ και κατ’ επέκτασιν προσπαθώντας να προσελκύσει στελέχη από το ΔΗΚΟ και την ΕΔΕΚ, ίδρυσε το Κόμμα Συμμαχία Πολιτών, το οποίο κατόρθωσε στις βουλευτικές εκλογές του 2016 να εκλέξει με μεγάλη δυσκολία τρεις βουλευτές, τον εαυτό του και δύο υποψηφίους αριστίνδην, όχι κομματικά στελέχη.

Τελευταία ο κ. Λιλλήκας παρουσιάζεται σαν πολιτικός του «ενδιάμεσου χώρου» και από νωρίς, με την ελπίδα ότι θα μπορούσε να πείσει και να πιέσει τα άλλα κόμματα του ιδίου χώρου να τον υποστηρίξουν, δήλωσε την υποψηφιότητά του για τις προεδρικές εκλογές του 2018.

Όταν άλλοι πολιτικοί ηγέτες «σταθερού βάρους» και «σταθερής ιδεολογίας», όπως η Ελένη Θεοχάρους, άφησαν τις πολιτικές τους φιλοδοξίες κατά μέρος για το εθνικό συμφέρον και για την ενοποίηση του κεντρώου χώρου, δίνοντας υποστήριξη στον ηγέτη του μεγαλύτερου κόμματος (ΔΗΚΟ) Νικόλα Παπαδόπουλο (με ευοίωνες δημοσκοπήσεις που δείχνουν ένα νικηφόρο αποτέλεσμα), ο κ. Λιλλήκας και πάλιν επέμενε να είναι ο ίδιος υποψήφιος και όταν είδε ότι δεν μπορούσε να γίνει το δικό του, διαχώρισε τη θέση του.

Εάν ο Γιώργος Λιλλήκας είχε τη δύναμη, θα «εξοστράκιζε» οποιονδήποτε άλλον που θα του ήταν εμπόδιο στις φιλοδοξίες του. Από την άλλη, αντί να δεχθεί τον «οστρακισμό» από την πλειοψηφία, και πάλιν η φιλοδοξία του που τον τυφλώνει, τον σπρώχνει να πλήξει έναν πολιτικό χώρο, για τον οποίο θα ήθελε να είναι και «ηγέτης».

Φαίνεται, λοιπόν, ότι ο Λιλλήκας απέχει πολύ από τον Αριστείδη τον Δίκαιο, του οποίου το παράδειγμα εάν ο κ. Λιλλήκας ήταν λίγο περισσότερο αντικειμενικός και δίκαιος, θα μπορούσε να ακολουθήσει, όπως έκανε ο Αριστείδης, που συνεργάστηκε με τον «αντίπαλό» του Θεμιστοκλή για το καλό του συνόλου, του ιδίου χώρου, για την επιτυχία του κοινού στόχου.

ΣΟΦΟΚΛΗΣ ΜΟΥΣΟΥΛΟΣ
Μέλος Κεντρικού Συμβουλίου Αλληλεγγύης