Το πιο αναξιοποίητο «ατού» της πλευράς μας στις διαπραγματεύσεις

Μέσα στο πλαίσιο της αντίληψης της έννοιας της αποτελεσματικής συμμετοχής ως δικαίωμα καθορισμού των εξελίξεων από τα μέρη που αποτελούν τον κυπριακό λαό, αναδεικνύονται και περιπλοκές στην ερμηνεία της έννοιας. Αυτές απορρέουν από την ομοσπονδιακή λειτουργία σε επίπεδο διατήρησης ποιότητας ζωής και συνοχής του επιδιωκόμενο κράτους, που πολλές φορές υποτιμώνται μέσα σε μια θεωρητικοποιημένη προσέγγιση που προσπερνά κάποια θέματα ουσίας.

Για παράδειγμα, μια πιθανή κατάσταση είναι ότι μετά τη λύση θα εφαρμόζονται ισάριθμες πολιτικές που αφορούν τα συμφέροντα των λίγων (σε θέματα όπως δημοσιονομικά) με αυτές των πολλών, με αποτέλεσμα οι πολλοί να εκτίθενται σε συνταγές που ωφελούν τους λίγους τόσο συχνά που:

1) υποβαθμίζεται η παραγωγική ικανότητα του πραγματικού δυναμικού του νησιού αλλά και
2) θα φθίνει η ποιότητα ζωής της πλειοψηφίας, αφού θα έχουν μισό κράτος να τους φροντίζει, ενώ η μειοψηφία με το άλλο μισό θα ικανοποιεί πλήρως και με το παραπάνω την ποιότητά της γιατί έχει
ι) λιγότερα προβλήματα συντονισμού
ιι) λιγότερα προβλήματα διαχείρισης πόρων-λειτουργιών
ιιι) λιγότερα προβλήματα που αφορούν επιπλοκές στην παραγωγικότητα

Με άλλα λόγια, μας κατηγορούν ότι τα θέλουμε όλα δικά μας, ενώ στην πραγματικότητα αυτοί που έχουν έλλειμμα συμμετοχικότητας στη βάση της αρχής μειονότητας-πλειοψηφίας είμαστε εμείς, με την έννοια ότι η πλειοψηφία, ενώ έχει την υποχρέωση να ανταποκριθεί και να εξυπηρετήσει μεγαλύτερο σε όγκο και ισχύ αναγκών, δεν έχει τα όπλα να το κάνει.

Θέλω να ξεκαθαρίσω ότι δεν προτείνω μηδενισμό της έννοιας της «αποτελεσματικής συμμετοχής Τ/κ». Από την άλλη, υπάρχουν και πτυχές της συνολικής λύσης ή της λύσης στην ολότητά τους που υποβαθμίζουν το βάρος των επισημάνσεων εδώ, σε κανένα σημείο όμως δεν έχουν αυτοτελή σημασία.

Απόψεις όπως το γεγονός ότι το συζητούμενο σύστημα αποτελεσματικής συμμετοχής πλησιάζει επικίνδυνα ένα καθεστώς στο οποίο η πλειοψηφία έχει ως μόνη διαφορά από τη μειονότητα την έλλειψη μιας αριθμητικής «ποσόστωσης» σε διάφορα σώματα (ο όρος συνήθως αφορά τις μειονότητες), που ελάχιστα αλλάζει τον χάρτη της συμμετοχικότητας, είναι ενδεικτικές ότι το σύστημα είναι ετεροβαρές σε σχέση με βασικές αρχές, όπως τον παράγοντα ισοζυγισμένης και πραγματιστικής ωφελιμότητας.

ΦΙΛΙΠΠΟΣ ΑΥΞΕΝΤΙΟΥ
Εκπαιδευτικός