Η πρόοδος, όμως, της κυπριακής οικονομίας έχει επιτευχθεί πρώτιστα με μεγάλες θυσίες του κυπριακού λαού και κυρίως των μη προνομιούχων, δηλ. των φτωχοτέρων στρωμάτων του λαού μας

Παρ' όλη τη σημαντική και αξιοσημείωτη βελτίωση της κυπριακής οικονομίας σε συγκεκριμένους τομείς της (π.χ. εξυγίανση δημοσίων οικονομικών, επίτευξη θετικών ρυθμών ανάπτυξης) λόγω σωστής λογιστικής διαχείρισης αλλά κυρίως λόγω των τεράστιων και δυστυχώς άνισων θυσιών του κυπριακού λαού, εντούτοις, σε άλλους τομείς (π.χ. ανεργία, μη εξυπηρετούμενα δάνεια και δημόσιο χρέος) η οικονομία μας εξακολουθεί να παραμένει προβληματική.

Αυτό θέτει δυστυχώς και εν αμφιβόλω τη μακροπρόθεσμη βιωσιμότητά της. Για να μπορέσουμε να βελτιώσουμε περαιτέρω την κυπριακή οικονομία, δημιουργώντας ελπιδοφόρα προοπτική για τις επόμενες γενιές Κυπρίων, θα πρέπει πιστεύω να επαναπροσδιορίσουμε τον ρόλο του κράτους ως συν-φορέα ανάπτυξης.

Είναι γεγονός ότι η κυπριακή οικονομία έχει σημειώσει αξιοσημείωτη πρόοδο τα τελευταία χρόνια, κάτι που αποτυπώνεται και στις κατά καιρούς εκθέσεις των διαφόρων οίκων αξιολόγησης της πιστοληπτικής ικανότητας της χώρας (credit rating agencies). Το κράτος λειτουργεί πλέον με ισοσκελισμένο προϋπολογισμό, ενώ υπάρχει ένας αξιοσημείωτος ρυθμός ανάπτυξης γύρω στο 2.8%.

Η πρόοδος, όμως, της κυπριακής οικονομίας έχει επιτευχθεί πρώτιστα με μεγάλες θυσίες του κυπριακού λαού και κυρίως των μη προνομιούχων, δηλ. των φτωχοτέρων στρωμάτων του λαού μας. Επ’ αυτού, παρ' όλο που θα πρέπει να αναγνωριστεί η σωστή λογιστική διαχείριση της κρίσης από το οικονομικό επιτελείο του κράτους, εντούτοις, αυτή η διαχείριση δεν έχει καταφέρει εκ των πραγμάτων να διανέμει το κοινωνικό κόστος της εξόδου από την κρίση ισότιμα και δίκαια στους Κύπριους πολίτες.

Αυτό είχε ως συνέπεια να υπάρξει μια σκληρή ανισοκατανομή του πλούτου της χώρας μας. Αποτέλεσμα η Κύπρος, με βάση στοιχεία της Ευρωπαϊκής Υπηρεσίας Στατιστικής (EUROSTAT), να παρουσιάζει σήμερα την πιο ταχεία αύξηση της ανισότητας σε ολόκληρη την Ευρώπη! Αποτέλεσμα, σύμφωνα με την Στατιστική Υπηρεσία του κράτους το 30% σχεδόν των συμπολιτών μας να βρίσκονται σε κίνδυνο φτώχιας ή κοινωνικού αποκλεισμού.

Ταυτόχρονα, και παρ' όλη την «αιματηρή» πρόοδο που έχει επιτευχθεί, η οικονομία μας παραμένει προβληματική και επίφοβη. Η γενική ανεργία εξακολουθεί να είναι υψηλή (13% περίπου), ενώ το ποσοστό ανεργίας ανάμεσα στους νέους μας κάτω των 25 χρόνων είναι περίπου 30%, οδηγώντας πολλούς εξ αυτών στη μετανάστευση.

Ταυτόχρονα, τα μη-εξυπηρετούμενα δάνεια στο κυπριακό τραπεζικό σύστημα παραμένουν επικίνδυνα υψηλά, αφού σύμφωνα με την Ευρωπαϊκή Τραπεζική Αρχή φτάνουν στο 136% του ΑΕΠ της Κυπριακής Δημοκρατίας, κατατάσσοντας τη χώρα μας στη χειρότερη θέση με διαφορά εν σχέσει με τις υπόλοιπες χώρες της Ευρωζώνης. Τέλος, το δημόσιο χρέος βρίσκεται ακόμη ανησυχητικά υψηλά στο 107% περίπου του ΑΕΠ, κατατάσσοντάς το σύμφωνα με την EUROSTAT στην 5η χειρότερη θέση ανάμεσα στις χώρες της ΕΕ.

Με βάση τα πιο πάνω τι πρέπει να γίνει ούτως ώστε η χώρα μας να διορθώσει περαιτέρω τα κακώς έχοντα της οικονομίας, ώστε να πορευθούμε στο μέλλον με αισιοδοξία και ελπίδα; H απάντηση βρίσκεται κατά τη γνώμη μου στον επαναπροσδιορισμό του κράτους ως συν-φορέα ανάπτυξης.

Πιο συγκεκριμένα, όπως πολύ εύστοχα αναφέρει η Αμερικανίδα καθηγήτρια Πολιτικών Επιστημών Mariana Mazzucato, στο επιτυχημένο βιβλίο της «Το επιχειρηματικό κράτος: Ανατρέποντας μύθους» το κράτος θα πρέπει να μη δρα μονάχα διορθωτικά σε περιπτώσεις αποτυχίας της αγοράς, παραχωρώντας τα ηνία της επιχειρηματικότητας και της καινοτομίας στον ιδιωτικό παράγοντα, αλλά να συνεργάζεται με τον ιδιωτικό τομέα στο πλαίσιο συμπράξεων δημοσίου-ιδιωτικού τομέα.

Η Mazzucato στο βιβλίο της «επιχειρεί (και καταφέρνει) να οικοδομήσει μια θεωρία για τη διάπλαση και τη δημιουργία αγορών από το κράτος και τη στηρίζει σε γνωστά στην επιχειρηματική κι ερευνητική κοινότητα παραδείγματα συμμετοχής του κράτους στη διαμόρφωση αγορών, παραδείγματα όμως που μένουν -ηθελημένα- μακριά από τα φώτα της δημοσιότητας? ο Στιβ Τζομπς (της APPLE) απολάμβανε τον θαυμασμό των media και τη λατρεία των αγορών, αλλά απέκρυπτε το πόσο είχε βοηθηθεί από το αμερικανικό δημόσιο...».

Όπως η Mazzucato τονίζει, το Κράτος ΚΑΙΝΟΤΟΜΕΙ, επενδύοντας σε τομείς ιδιαίτερα υψηλού ρίσκου που οι ιδιώτες δεν είναι διατεθειμένοι να αναλάβουν. Η δημόσια επένδυση παρακινεί και ενισχύει την αντίστοιχη ιδιωτική στους τομείς της Ανώτατης Παιδείας, της Έρευνας, της Ανάπτυξης και της Τεχνολογίας (Πληροφορική, Διαδίκτυο, Ενέργεια), μεταφέροντας την εμπεδωμένη γνώση στις ιδιωτικές επιχειρήσεις. Το κράτος «είναι ένας βασικός εταίρος του ιδιωτικού τομέα - και πολλές φορές είναι ο πιο τολμηρός, αυτός που εκουσίως αναλαμβάνει εκείνους τους κινδύνους, τους οποίους η επιχείρηση δεν θα αναλάμβανε».

Συμπερασματικά, παρ' όλη τη σταθερότητα που έχει δείξει η κυπριακή οικονομία το τελευταίο διάστημα (κυρίως λόγω τουρισμού), εντούτοις, η ανάπτυξη εξακολουθεί να είναι καχεκτική και άρα ευάλωτη σε πολλαπλούς εξωγενείς και ενδογενείς κινδύνους. Η οικονομία χρειάζεται μια νέα δυναμική ώθηση, για να προχωρήσει με ασφάλεια.

Αυτήν την ώθηση φαίνεται προς το παρόν ότι μόνο το κράτος μπορεί να τη δώσει, σε στενή πάντα συνεργασία με τον ιδιωτικό τομέα και στο πλαίσιο ίσως ενός νεοσύστατου Εθνικού Ταμείου Επενδύσεων (ενδεχομένως προικοδοτούμενο με ιδιωτικές δωρεές αλλά και με έσοδα από στοχευμένους φόρους επί του πλούτου). Μόνο έτσι θα μπορέσουμε πιστεύω να εκπονήσουμε και να στηρίξουμε δυναμικά ένα νέο, ολοκληρωμένο και συγκροτημένο μοντέλο ανάπτυξης, το οποίο να βασίζεται σε καινοτόμες προσεγγίσεις.

ΧΡΙΣΤΟΣ ΓΙΑΓΚΟΥ
Διευθύνων Σύμβουλος της BLC LTD (B.A. Ιστορία, B.A. Οικονομικά, M.A Πολιτικές Επιστήμες Πανεπιστήμιο RUTGERS, ΗΠΑ)