Με τα επιτόκια καταθέσεων στην Κύπρο να υποχωρούν κάτω από το 1%, η φορολογία για την άμυνα επί των τόκων των καταθέσεων δεν έχει νόημα και είναι και άδικη, διότι οι τόκοι φορολογούνται από το πρώτο ευρώ. H κυβέρνηση εισπράττει πολύ λιγότερα σήμερα από ότι εισέπραττε πριν από τέσσερα χρόνια, όταν ο φόρος της άμυνας στους τόκους αυξήθηκε από 10% στο 30% και οι καταθέσεις €62 δις, ενώ σήμερα είναι €49 δις.
Τα έσοδα της κυβέρνησης από τον φόρο αυτό ξεπερνούσαν τα €300 εκατομμύρια ετησίως, ενώ σήμερα είναι πολύ πιο κάτω από τα μισά. Μια αντικειμενική ανάλυση της κατάστασης μπορεί να καταδείξει ότι η βαριά φορολογία επί των τόκων μπορεί να προκαλεί περισσότερη ζημιά παρά όφελος στην οικονομία. Μπορεί αυτό το μέτρο να ήταν αποτελεσματικό πριν από τέσσερα χρόνια, σήμερα όμως είναι και αντιπαραγωγικό και άδικο ταυτόχρονα.
Με δεδομένη την ελεύθερη διακίνηση κεφαλαίων στην ευρωζώνη, και όχι μόνο, οι καταθέτες αναζητούν υψηλότερα επιτόκια οπουδήποτε στον κόσμο. Η διακίνηση κεφαλαίων είναι πλέον ελεύθερη και χωρίς περιορισμούς, εκτός από την ανάγκη να καταδείξει ο καταθέτης την προέλευση των χρημάτων, για λόγους ξεπλύματος βρόμικου χρήματος.
Η μεταφορά κεφαλαίων γίνεται ηλεκτρονικά και με μηδενικό κόστος, εκτός και αν αφορά μετατροπή συναλλάγματος (π.χ. ευρώ σε δολάρια ή στερλίνες). Η αγορά χρήματος και κεφαλαίων είναι σήμερα παγκόσμια και πολύ ανταγωνιστική, περισσότερο από οποιαδήποτε άλλη αγορά. Όταν η κατάθεση αφορά μερικά εκατομμύρια, η παραμικρή διαφορά στο καθαρό επιτόκιο μπορεί να προκαλέσει σημαντικές εκροές ή εισροές καταθέσεων, από μια χώρα σε άλλη.
Μια μικρή τραπεζική αγορά, όπως η κυπριακή, η οποία εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από ξένες καταθέσεις, μπορεί να είναι ευάλωτη σε μεταβολές του καθαρού επιτοκίου σε σχέση πάντοτε με άλλους ανταγωνιστικούς προορισμούς. Εάν δηλαδή, το καθαρό επιτόκιο στην Κύπρο είναι χαμηλότερο από ό,τι είναι σε άλλες χώρες της ευρωζώνης, τότε αναμένεται εκροή κεφαλαίων από μεγάλους επενδυτές και επενδυτικά ταμεία, τα οποία κυνηγούν υψηλότερες αποδόσεις.
Με 30% φορολογία στους τόκους από καταθέσεις από το πρώτο ευρώ, τότε το καθαρό επιτόκιο στην Κύπρο μειώνεται ακόμη περισσότερο. Ενδεχόμενες εκροές καταθέσεων, εξαιτίας της υψηλής φορολογίας των τόκων, μπορεί να πλήξει την αξιοπιστία του τραπεζικού συστήματος και την εμπιστοσύνη των καταθετών.
Τα πιο πάνω αφορούν τους μεγάλους καταθέτες και τους θεσμικούς επενδυτές, που διαθέτουν πολλά χρήματα και έχουν πρόσβαση στις αγορές κεφαλαίου παγκοσμίως. Για τους Κύπριους μικροκαταθέτες, η φορολογία επί των τόκων από το πρώτο ευρώ είναι άδικη. Δεν φτάνει που τα ονομαστικά επιτόκια είναι πολύ χαμηλά, οι μικροί καταθέτες στην Κύπρο πληρώνουν 30% φόρο από το πρώτο ευρώ.
Σε άλλες χώρες της ευρωζώνης αλλά και στην Αγγλία, το εισόδημα από τόκους προστίθεται στο συνολικό φορολογητέο εισόδημα, και ο καταθέτης φορολογείται κλιμακωτά και με κάποιο αφορολόγητο ποσό. Δηλαδή, ένας καταθέτης χώρας της ευρωζώνης που έχει ένα μέσο εισόδημα μπορεί να πληρώσει πολύ λίγο φόρο στους τόκους που κερδίζει από καταθέσεις, ή και καθόλου, αν το συνολικό του εισόδημα είναι κάτω από το αφορολόγητο ποσό.
Όμως στην Κύπρο, όπου το αφορολόγητο ποσό είναι το υψηλότερο στην Ευρώπη, οποιοδήποτε ποσό εισοδήματος από τόκους φορολογείται στο 30%. Αυτό πιστεύω είναι άδικο και το λιγότερο που θα μπορούσε να κάνει η κυβέρνηση είναι να μειώσει τον φόρο αυτό στο 10% ή να φοροαπαλλάξει τα πρώτα €1,000, όπως κάνει η Αγγλία.
ΜΑΡΙΟΣ ΜΑΥΡΙΔΗΣ
Καθηγητής Οικονομικών στο Ευρωπαϊκό Πανεπιστήμιο, Βουλευτής Κερύνειας ΔΗΣΥ, [email protected]




