Δεν ξέρω ποιες σκοπιμότητες οδήγησαν ώστε να εγερθεί τελευταία το θέμα της δικαιότερης κατανομής των βαρών της εισβολής. Ελπίζω όχι η προεκλογική εκστρατεία. Δυστυχώς η εισβολή, πέραν των άλλων κακών που έφερε στον Τόπο, χώρισε τον λαό σε δυο ομάδες, τους εκτοπισθέντες και τους μη εκτοπισθέντες.

Ο κίνδυνος να καθιερωθούν δυο τάξεις πληθυσμού, οι άτυχοι και οι τυχεροί, με ολέθρια αποτελέσματα, όπως έγινε σε άλλες χώρες, και να χωριστεί έτσι ο λαός σε δυο αντιμαχόμενα στρατόπεδα, ήταν μεγάλος. Πέραν τούτου, έπρεπε να αντιμετωπιστούν άμεσα προβλήματα επιβίωσης όλων κι απασχόλησης των στρατιών των ανέργων.

Έπρεπε η οικονομία να αναζωογονηθεί κι επαναδραστηριοποιηθεί. Το πρόβλημα ήταν πολυδιάστατο και λεπτό. Οι κίνδυνοι ήταν ορατοί. Να μπούμε σε έναν φαύλο κύκλο διαιώνισης της δημιουργηθείσας κατάστασης. Το μέλημά μας ήταν από τη μια η αντιμετώπιση των άμεσων προβλημάτων των εκτοπισθέντων κι από την άλλη η επανεκκίνηση της οικονομίας. Και νομίζω ότι, κάτω από δυσμενέστατες συνθήκες, τα καταφέραμε!

Εκτός από την προσωρινή στέγαση και περίθαλψη των εκτοπισθέντων (τσαντίρια/ καταυλισμοί, σχολικά κι άλλα κυβερνητικά κτήρια, διανομή τροφίμων κι άλλων ειδών πρώτης ανάγκης), ακολούθησε η πιο αξιοπρεπής στέγασή τους σε συνοικισμούς, που ανηγέρθησαν προς τούτο, καθώς και σε κατοικίες σε αστικές συνοικίες και χωριά, τα οποία εγκατέλειψαν οι Τ/Κύπριοι, που επιδιορθώθηκαν. Πολύ νωρίς μετά ιδρύθησαν οι Οργανισμοί Ανάπτυξης Γης και Χρηματοδότησης Στέγης για υποβοήθηση όσων ήθελαν να στεγαστούν σε δικά τους καταλύματα. Αργότερα, δόθηκε η ευχέρεια στους νόμιμους κατόχους οικιών σε συνοικισμούς να αποκτήσουν τίτλον ιδιοκτησίας και για ενίσχυση της φερεγγυότητάς τους.

Πολύ νωρίς κλήθηκαν και βοηθήθηκαν οι εκτοπισθέντες επιχειρηματίες να χρησιμοποιήσουν την τεράστια εμπειρία και τις σχέσεις τους και να δραστηριοποιηθούν στις Ε/Περιοχές. Περιττόν να αναφέρω ότι, για κάθε τομέα δραστηριότητας, λειτούργησε ειδικό σχέδιο επαναδραστηριοποίησης (λατομεία, γεωργία, κτηνοτροφία, αλιεία, βιομηχανία, τουρισμός, συμβουλευτικές υπηρεσίες κλπ).

Για κάθε ομάδα εκτοπισθέντων ή επηρεασθέντων/πληγέντων επιχειρηματιών υπήρξε και ειδικό σχέδιο διευκόλυνσης/υποβοήθησής τους (άδειες για νέα λατομεία κι ιχθυοτροφεία, παραχώρηση κυβερνητικής γης για βιομηχανικούς και τουριστικούς σκοπούς, κυβερνητικής κι εγκαταληφθείσας τ/κυπριακής γης για γεωργικούς σκοπούς και παραχώρηση κυβερνητικών εγγυήσεων για τραπεζικά δάνεια).

Ακόμη και για όσους προτίμησαν να δραστηριοποιηθούν στο εξωτερικό (λατομειακές επιχειρήσεις, κατασκευαστικές εταιρείες, βιομηχανίες κλπ) υπήρξαν σχέδια υποβοήθησής τους, περιλαμβανομένης και της κάλυψης πιθανών κινδύνων από απρόβλεπτες πολιτικές εξελίξεις στις χώρες αυτές. Και πάλι με κυβερνητική κάλυψη κι εγγύηση μέσω διακρατικών συμφωνιών πολλές χιλιάδες άνεργοι μετέβησαν κι εργάστηκαν για αρκετό καιρό στο εξωτερικό.

Πέραν όμως τούτων, αντιμετωπίστηκαν πολλά άλλα προβλήματα που αφορούσαν περισσότερο τους εκτοπισθέντες. Ένα θέμα, από τα τόσα πολλά, που μας απασχόλησε αμέσως μετά την εισβολή ήταν το θέμα των χρεών. Πάρα πολλοί Κύπριοι έχασαν με την εισβολή τις περιουσίες, τις επιχειρήσεις, τις εργασίες τους, ενώ συνέχιζαν να χρωστούν, είτε σε χρηματοπιστωτικά ιδρύματα είτε αλλού, μεγάλα ποσά. Η κατάσταση αυτή από τη μια εμπεριέκλειε σοβαρούς κινδύνους κατάρρευσης της πίστης και των ιδρυμάτων και των θεσμών της κι από την άλλη ασκούσε μια αφόρητη πίεση στα άτομα και τις επιχειρήσεις, με αποτέλεσμα, μεταξύ άλλων, την αδυναμία επαναδραστηριοποίησής τους.

Ένα από τα πρώτα μελήματα ήταν η σύσταση μιας Επιτροπής, μέσα στο πλαίσιο της Οικονομικής Συμβουλευτικής Επιτροπής, υπό την προεδρία μου και μέλη τόσο εκπροσώπους Οικονομικών Υπηρεσιών όσο και του ιδιωτικού τομέα, των τραπεζικών ιδρυμάτων, για να μελετήσει το όλο θέμα και να κάμει εισηγήσεις προς την Κυβέρνηση.

Οι εισηγήσεις της Επιτροπής υποβλήθηκαν στις αρχές Οκτωβρίου 1974 και προέβλεπαν την εισαγωγή νομοθεσίας για προσωρινή αναβολή και περιορισμό των αναγκαστικών πωλήσεων ακίνητης και κινητής περιουσίας και διαδικασία και γενικές αρχές διευθέτησης και διακανονισμού τέτοιων χρεών. Με την ψήφιση του περί Ανακούφισης Οφειλετών Νόμου το 1975, επιχειρήθηκε η προσωρινή ρύθμιση του θέματος των χρεών των εκτοπισθέντων οφειλετών.

Η νομοθεσία αυτή μαζί με άλλα μέτρα και σχέδια (αναδιαμόρφωση επιτοκίων, ενίσχυση ροπής για επενδύσεις) βοήθησε την επαναδραστηριοποίηση, που με τη σειρά της «έλυσε» και το πρόβλημα των χρεών. Στην πράξη η υπέρβαση του σοβαρού αυτού προβλήματος έγινε περίπου ως εξής: Τα πιστωτικά ιδρύματα για τις περιπτώσεις που ήταν αδύνατο να εξασφαλίσουν το λαβείν τους άρχισαν να τις διαγράφουν μέσω των ετήσιων κερδών, επιβαρύνοντας τον λογαριασμό κερδοζημιών με τη σιωπηρή συγκατάθεση των Φορολογικών Αρχών. Έτσι επιμερίστηκαν το εναπομείναν κόστος Κυβέρνηση και πιστωτικά ιδρύματα.

Προσωπικά, πίστευα ότι ο καλύτερος τρόπος αντιμετώπισης του θέματος ήταν να ανοίξουμε από τότε για κάθε πρόσφυγα ή επηρεασθέντα έναν λογαριασμό, στον οποίο να καταγράφουμε κάθε τι που ωφελείται από τα διάφορα κύρια κυβερνητικά προγράμματα σε σχέση με τις απώλειές του. Σκοπός ήταν η δίκαιη μεταχείριση των εκτοπισθέντων, ώστε να αποφευχθούν στο μέλλον αντιπαραθέσεις, είτε μεταξύ τους είτε με το Κράτος και τους μη εκτοπισθέντες.

Ευτυχώς, η γρήγορη επαναδραστηριοποίηση της οικονομίας, η συστηματική και ταχεία αντιμετώπιση των βασικών αναγκών των εκτοπισμένων και η -όχι σε ευκαταφρόνητο βαθμό- συμπαράσταση που έδειξαν οι μη πρόσφυγες στους πρόσφυγες συγγενείς, φίλους και συγχωριανούς τους, επούλωσαν αρκετά γρήγορα τις πληγές, έστω και προσωρινά, κι αποφεύχθηκε έτσι η δημιουργία τέτοιων αντιπαραθέσεων.

Όμως, το γεγονός ότι ένα μεγάλο μέρος του πληθυσμού έχασαν τον έλεγχο των σπιτιών και των περιουσιών τους παρέμεινε ανοικτή πληγή μέχρι σήμερα, παρά την ομολογουμένως τεράστια βοήθεια που το Κράτος πρόσφερε στους πρόσφυγες γενικά.

ΔΡ. ΙΑΚΩΒΟΣ ΑΡΙΣΤΕΙΔΟΥ
Πρώην Υπουργός
Πρώην Γενικός Διευθυντής Γραφείου Προγραμματισμού
www.iacovosaristidou.com