Άνθρωποι μονάχοι υπάρχουν παντού. Υπάρχουν πάντοτε. Ζουν σε κάθε γωνιά του κόσμου. Από τα πιο πολυτελή και ψηλά κάστρα, μέχρι τις πιο μακρινές και σκοτεινές φυλακές, μέχρι τα πιο απόμερα σημεία του κόσμου. Άνθρωποι μονάχοι ζουν και βασιλεύουν μέρα νύχτα, χειμώνα καλοκαίρι. Και η μοναξιά τους ή η απομόνωσή τους δεν έχει πάντα να κάνει ούτε με χρήματα ούτε με υλικά αγαθά…
Ο κόσμος όπου ζούμε όσο κι αν φαίνεται ότι μας ενώνει - πολλές φορές μάς απομονώνει. Μας χωρίζει. Άνθρωποι μονάχοι συχνά υπάρχουν πίσω από τα πιο διαχυτικά χαμόγελα. Πίσω από τις πιο δημοφιλείς παραστάσεις, τις πιο χειροκροτημένες κωμωδίες. Πίσω απ’ τις κουρτίνες. Στα καμαρίνια και στα παρασκήνια του κόσμου όπου ζούμε… Άνθρωπος μονάχος μπορεί να είμαι εγώ.
Μπορεί να είσαι εσύ. Μπορεί να είναι ο παππούς στο απέναντι σπίτι. Το παιδί του πιο αγαπημένου μας φίλου. Άνθρωποι μονάχοι μπορεί να είναι και αυτοί οι ίδιοι, οι πιο αγαπημένοι μας φίλοι. Κάποτε διακρίνονται, κάποτε όχι… Άνθρωποι μονάχοι μπορεί να είναι όλο το ακροατήριο μιας κωμωδίας. Όλοι οι κλόουν του υπέροχου τσίρκου, που λένε πως έχει ξεπουλήσει όλα τα εισιτήρια στην πόλη όπου γίνονται οι παραστάσεις…
Οι άνθρωποι που είναι μονάχοι, είναι υπέροχοι άνθρωποι - άνθρωποι που κάποτε - ίσως και συχνά - σφαλίζουν τις πόρτες τους λίγο περισσότεροι απ’ ό,τι οι υπόλοιποι άνθρωποι… Αυτή η ζωή - η σύγχρονη ζωή στην όποια ζούμε - επιφανειακά ίσως δίνει την εικόνα της μεγάλης, της πιο φωτεινής γιορτής … Αυτή η ζωή - η σύγχρονη ζωή στην οποία ζούμε, φορά συχνά το ένδυμα της χαράς. Μα δεν είναι πάντοτε έτσι. Με χαμόγελο ή μη, με εξωτερίκευση ή όχι, με μοναξιά ή με συντροφιά, είμαστε όλοι εδώ… Εδώ!
Στο έργο που παίζει - ίδιο έργο για όλους μας - που αρχίζει έτσι… που συνεχίζει διαφορετικά… που προχωράει και πάει… Για άλλους πιο εύκολα, για άλλους πιο δύσκολα - αλλά κατά βάθος ίδιο έργο για όλους… Άνθρωποι μονάχοι, λοιπόν… Εγώ, εσύ, εμείς, εσείς, αυτοί, οι άλλοι… Εδώ κι εκεί… στην ίδια σκηνή - στην ίδια παράσταση. Ας θυμηθούμε τον υπέροχο Καλαμίτση, που έγραψε έναν από τους πιο όμορφους στίχους της ελληνικής δισκογραφίας, έναν στίχο που, μέσα από τη μουσική του Γιάννη Σπανού και μέσα από τα χείλη της Βίκυς Μοσχολιού, κατάφερε να σμίξει με τα χείλη όλου του κόσμου.
Υπάρχουν άνθρωποι που ζουν μονάχοι/σαν το ξεχασμένο στάχυ/ο κόσμος γύρω άδειος κάμπος/κι αυτοί στης μοναξιάς το θάμπος/σαν το ξεχασμένο στάχυ/άνθρωποι μονάχοι/ Υπάρχουν άνθρωποι που ζουν μονάχοι/όπως του πελάγου οι βράχοι/ο κόσμος θάλασσα που απλώνει/κι αυτοί βουβοί σκυφτοί και μόνοι/ανεμοδαρμένοι βράχοι/άνθρωποι μονάχοι/Άνθρωποι μονάχοι σαν ξερόκλαδα σπασμένα/σαν ξωκκλήσια ερημωμένα, ξεχασμένα/άνθρωποι μονάχοι σαν ξερόκλαδα σπασμένα/σαν ξωκκλήσια ερημωμένα, σαν εσένα, σαν εμένα... H κατάληξη «σαν εσένα, σαν εμένα» δεν θα μπορούσε να ήταν οτιδήποτε άλλο. Οτιδήποτε πιο συνταρακτικό, πιο αληθινό…
Άνθρωποι μονάχοι. Μέσα μας, έξω μας. Ανοίγουμε τα μάτια, λοιπόν, κοιτάζουμε τα απέναντι σπίτια, τα απέναντι δέντρα, τα απέναντι βουνά. Ανοίγουμε τα μάτια, παρακολουθούμε κι αρχίζουμε να σημειώνουμε παρουσίες, αγκαλιές, μοναξιές, ελπίδες, αισιοδοξίες, πιθανότητες. Πού ξέρεις! Ίσως κάποια στιγμή κάποιος ο οποίος θα βρεθεί στο δικό μας οπτικό πεδίο να ελευθερώσει ένα χαμόγελο. Ίσως κάποιος να μας ανοίξει μια πόρτα, ένα παράθυρο να μπει λίγο φως. Και με το φως να μπει μαζί και η αγάπη. Κι ο έρωτας. Και ένα τσούρμο παιδιά κρατώντας αναμμένες ελπίδες. Και πολύχρωμους χαρταετούς. Ποιος ξέρει… Αλήθεια, ποιος ξέρει…




