Ξημέρωσε, μια απ’ τα ίδια, λες, αχάραγα ακόμα, άντε για τις εφημερίδες. Γυρνάς το κλειδί στ’ αυτοκίνητο, πατάς το πεντάλ της βενζίνης, όπα, στα εκατό μέτρα η μηχανή γκαρίζει σαν γαϊδουρίτσα σε οίστρο. «Γκαρ, γκαρ» μ’ ένα παράπονο! Κοκκαλώνεις. Αυτό μας έλειπε, πρωί-πρωί Δευτεριάτικα. Κάποτε καταφέρνεις, αναστατώνοντας το σύμπαν, να φτάσεις στο γκαράζ.

Ε ναι, κλειστό είναι ακόμα, περίμενες πως θ’ άνοιγαν αξημέρωτα; Στο ερώτημα «τι κάνουμε τώρα;», το διαβολάκι που δουλεύει ερήμην σου για τη σιλουέτα σου σε κεντρίζει. «Τι κάθεσαι; Πάρ’ τα ποδαράκια σου, μισή ωρίτσα, καλό θα σου κάνει, τα ’χεις που τα ’χεις τ’ αθλητικά πάντα στο αυτοκίνητο».

Παίρνεις δρόμο. Ερημιά. Βιομηχανική περιοχή Καϊμακλίου, συνεργεία για κάθε ανάγκη της μηχανοκίνητης εποχής μας, εργοστάσια, λίγα σπίτια ανάρια εδώ κι εκεί. Τι είναι όλο αυτό το κακό; Αναποδογυρισμένες σκυβαλοδόχοι, χώμα παντού, φύλλα, ξερά κλαδιά, πλαστικά, χαρτιά, ξύλα, χαμός, βρομιά που σ’ ανακατεύει.

Ο χθεσινός τρελοαέρας λίγο ακόμα και θα σήκωνε και τσιμεντοκολώνες. Ναι, μα οι «λουβανούδες» (εν Ελλάδι μοσχομπίζελα) και οι «σιερινιές» (βιόλες) έχουν στήσει χορό. Οι ευωδιές σε λιγώνουν. Παραδίπλα μια τριανταφυλλιά εκατόμφυλλη κοντραρίζεται μαζί τους. Σου φέρνει στη μύτη ροδόνερο, καλλυντικό άλλων καιρών.

Η συκιά απέναντι ντύθηκε τρυφερά ολοπράσινα φύλλα και κουμπάκια τόσα δα, θα πάρει καιρό να γίνουν ολόγλυκα σύκα. Κι όλα αυτά τα μηχανήματα σε κάθε βήμα, πώς στην ευχή τα λένε; Καλά, αυτό εκεί το ξέρεις, φαγάνα, μαζεύει το νιοσκαμμένο χώμα. Α, να κι ένα αναβατόριο και μια μηχανή που βράζει άσφαλτο κι ένα βίντσι.

Απέναντι, ένα «ναυαγοσωστικό» («Γεράκι», «Σιαχίνι», ξέρω εγώ, πάντως όνομα αρπαχτικού) σηκώνει ένα «πλεούμενο», που βρήκε ξέρα κι έμεινε «μισοπέλαγα». Στο στενό μόλις στρίψεις ένα ασθενοφόρο, χάμω ένας νεαρός με κολάρο στο φορείο, έπεσε, λένε, από σκάλα. Παρακεί παρατημένες σκουριασμένες πινακίδες με ορθογραφία που βγάζει μάτι, βαρέλια που άδειασαν, κυλώντας στην άσφαλτο τα σπλάχνα τους.

Δυο-τρεις περαστικοί, ένας νεαρός ντροπαλά σε ρωτάει: «Κυρία, μου δίνεις ένα ευρώ να πάρω κάτι να φάω;». Πού ν’ απλώσεις χέρι; Η τσάντα κλειδωμένη στ’ αυτοκίνητο. Σέρνεις το βήμα, στον τοίχο απέναντι διαβάζεις: «Δεν βαριέσαι, ζωή είναι, θα περάσει». Πες το ψέματα, είναι η μόνη αλήθεια. Σιγά-σιγά ο ήλιος σε ζεσταίνει. Ένα σκυλάκι τρίβεται κιόλας στη φούστα σου. Πώς στην ευχή νιώθει το ζώο ότι το αγαπάς και σε σταμπάρει από μακριά;

Το συνεργείο άνοιξε, ο «γιατρός» αναλαμβάνει την εξέταση. Για να δούμε, αν θέλουμε και κανένα χειρουργείο, ζήτω που καήκαμε. Ένα μελαχρινό παιδάκι με τη σάκα στην πλάτη κρατάει σφικτά από το χέρι μια κοπελιά, Ασιάτισσα, στο άλλο ένα πλαστικό, ρουφάει με καλαμάκι ποιος ξέρει τι! Στα πόδια σου ξαφνικά μια μπαλίτσα πλαστική πολύχρωμη, την παίζεις σαν τόπι, ούτε στο νηπιαγωγείο να ’σουνα. Αχ, σοφέ Σωκράτη, που έκλεισες τον κόσμο όλο σε πέντε λέξεις:

«Εν οίδα ότι ουδέν οίδα». Εκείνους τους καιρούς, ναι, δήλωσες πόσο λίγα μαθαίνει σε μια ζωή ο άνθρωπος. Και πόσα δεν βλέπει, προσθέτεις εσύ ενδόμυχα. Πόσα δεν θα έβλεπες αν δεν της κάπνιζε της μηχανής ν’ ασθενήσει πρωινιάτικα. Εν αναμονή για τη «διάγνωση» και τη «θεραπεία» σε… ειρωνεύεσαι λιγάκι έως πολύ!

«Να σου θυμίσω πως το περίμενες το πρωινό σαν όλα τα άλλα; Τι έχεις τώρα να πεις μ’ όσα μάζεψες στη γύρα; Πλούτος των ματιών και της ψυχής δεν είναι όλα αυτά; Εντάξει, σε τράπεζα δεν εξαργυρώνονται. Εκεί που τα καταθέτεις, όμως, πιάνουν τόπο». Καλή βδομάδα.

ΑΛΕΚΑ ΓΡΑΒΑΡΗ-ΠΡΕΚΑ