Με την ευκαιρία της δημοσιοποίησης του ενδιαφέροντος της Ευρωπαϊκής Τράπεζας Επενδύσεων για συμμετοχή στο κεφάλαιο της ΑΤΗΚ όταν αποκρατικοποιηθεί και της δήλωσης του Υπουργού Οικονομικών για μετατροπή της σε συμμετοχική εταιρεία, στην οποία η Κυβέρνηση θα κρατήσει το πλειοψηφικό πακέτο του κεφαλαίου της, επανέρχομαι στις θέσεις που εξέφρασα πριν από καιρό για το θέμα, όταν κατατέθηκε το σχετικό Νομοσχέδιο στη Βουλή. Τόνιζα τότε ότι, πέραν της προσπόρισης εσόδων για κάλυψη δημοσιονομικών αναγκών, που ήταν (και είναι) η κυριότερη έγνοια του Υπουργείου Οικονομικών, το κύριο μέλημα αυτού του εγχειρήματος θα πρέπει να είναι η μελλοντική ανάπτυξη του Τόπου.
Επειδή τότε η ιδιωτικοποίηση των Ημικρατικών Οργανισμών αποτελούσε δέσμευση του Μνημονίου, επισήμανα ότι «η άμεση υλοποίηση της δέσμευσης αυτής δεν λαμβάνει υπόψη την οικονομική συγκυρία που διέρχεται η χώρα, πράγμα που μπορεί να οδηγήσει σε ξεπούλημα καλά δικτυωμένων οργανισμών, όπως έγινε με τα παραρτήματα των κυπριακών τραπεζών στην Ελλάδα». Άλλωστε οι οδηγίες που η Ε.Ε. έδωσε στα Κράτη/Μέλη ήταν η χρησιμοποίηση τέτοιων Οργανισμών ως μέσο φιλελευθεροποίησης στον τομέα τους (κι όχι η δημιουργία ιδιωτικών μονοπωλίων) για προώθηση της ανταγωνιστικότητας.
Η άτακτη αποκρατικοποίηση βασικών υπηρεσιών δεν εγγυάται μείωση των τιμών των παρεχομένων υπηρεσιών. Γιατί οι ιδιώτες, που θα κατέχουν τη βασική υποδομή, να διευκολύνουν τη δημιουργία ανταγωνιστικών συνθηκών θέτοντας στη διάθεση των αντιπάλων τους τις βασικές τους εγκαταστάσεις ή διευκολύνοντάς τους στη διάθεση του προϊόντος τους, βασικά στοιχεία για το σκοπό αυτό; Εκτός εάν οι ανάδοχοι αναλάβουν τις υποχρεώσεις που απορρέουν από τις σχετικές οδηγίες της Ε.Ε.
Αναμένουμε, λοιπόν, πρώτα να μάθουμε για τις μελέτες που έγιναν στο θέμα αυτό.
Επειδή έχει διαρρεύσει κάποιος χρόνος κι η οικονομική κατάσταση έχει σημαντικά βελτιωθεί, οι μελέτες θα πρέπει να εστιάσουν την προσοχή τους στις βασικές παραμέτρους του όλου εγχειρήματος, που συνοψίζονται στο πώς η Κύπρος θα εξασφαλίσει τις καλύτερες και φθηνότερες υπηρεσίες στους τομείς που καλύπτουν, ενώ θα προωθεί ταυτόχρονα τις αναπτυξιακές της ανάγκες. Μάθαμε τελευταία ότι οι κυπριακές επιχειρήσεις και τα νοικοκυριά πληρώνουν τα πιο ακριβά τέλη διαδικτύου στην Ευρώπη.
Και, όμως, με τα μεγάλα ανοίγματα που η ΑΤΗΚ έκαμε από τις πρώτες δεκαετίες της Ανεξαρτησίας έδειχνε ότι θα μπορούσε να βοηθήσει να ξεπεραστεί το πρόβλημα της μικρής αγοράς και να μετατραπεί η Κύπρος σε περιφερειακό κέντρο για την ευρύτερη περιοχή της Μέσης Ανατολής. Όπως τόνισα επανειλημμένα, ένα από τα πιο βασικά μας μειονεκτήματα είναι η μικρή κλίμακα των δραστηριοτήτων ολόκληρης της οικονομίας και των πτυχών της, που ουσιαστικά δεν επιτρέπει να εκμεταλλευθούμε τις οικονομίες κλίμακος (economies of scale), κάτι που θα συνέτεινε ώστε και τα προϊόντα κι οι υπηρεσίες μας να παράγονταν/προσφέρονταν σε χαμηλότερες τιμές και συνεπώς να ήταν πιο ανταγωνιστικές αλλά και να άφηναν μεγαλύτερα περιθώρια κέρδους, πράγμα που θα ενίσχυε τη βιωσιμότητά τους.
Ας μην ξεχνούμε ότι η ΑΤΗΚ (και η ΑΗΚ) πρωτοπόρησαν στο θέμα αυτό. Επεξέτειναν τις υπηρεσίες τους και στο πιο μικρό κι απομακρυσμένο χωριό της Κύπρου, που θα ήταν ασύμφορο για μια ιδιωτική εταιρεία. Η ΑΤΗΚ, μεταξύ άλλων, με την πόντιση υποβρυχίων καλωδίων, συνέδεσε την Κύπρο με τις πλείστες γειτονικές χώρες και την Ευρώπη και με όλο τον κόσμο με τη δημιουργία επίγειων δορυφορικών σταθμών προωθώντας έτσι την μεγέθυνση της επιχειρηματικής δραστηριότητας.
Δεν είναι υπερβολή να λεχθεί ότι η συνεχής υιοθέτηση από την ΑΤΗΚ των πιο σύγχρονων τηλεπικοινωνιακών συστημάτων κι η καθιέρωση της Κύπρου ως τηλεπικοινωνιακού κόμβου της Ανατολικής Μεσογείου με τον υπόλοιπο κόσμο με την πόντιση από νωρίς των αναγκαίων καλωδίων υπήρξαν ανάμεσα στους πρωταρχικούς παράγοντες που καθιέρωσαν την Κύπρο ως Κέντρο Διεθνών Δραστηριοτήτων. Η νέα διευθέτηση που θα γίνει, θα πρέπει απαραίτητα να διαφυλάσσει κι ενισχύει τα πλεονεκτήματα αυτά.
Μια οικονομία αποκομμένη από τον υπόλοιπο κόσμο χρειάζεται τρία βασικά έργα υποδομής για να αναπτυχθεί: λιμάνια, αεροδρόμια και τηλεπικοινωνίες. Στην περίπτωση της μικρής Κύπρου, οι προϋποθέσεις αυτές καθίστανται ακόμη πιο επιτακτικές. Μετά τα αεροδρόμια και τα λιμάνια ήρθε η σειρά της ΑΤΗΚ. Είναι εδώ που θα πρέπει να εξεταστεί πρώτα το σενάριο μετοχοποίησης του Οργανισμού με τη διατήρηση του πλειοψηφικού πακέτου από μέρους του Κράτους. Με τον τρόπο αυτό διασφαλίζεται η Κρατική κυριαρχία σε έναν ζωτικό τομέα, σημαντικό ακόμα και γι’ αυτήν την ασφάλειά του. Μετοχές μπορούν να αγοράσουν και τα Ταμεία Προνοίας των Υπαλλήλων, διασφαλίζοντας έτσι τα δικαιώματά τους.
Οι ενέργειες που θα πρέπει να γίνουν είναι: Ολοκλήρωση των αναγκαίων μελετών στο πλαίσιο των ευρωπαϊκών οδηγιών για απελευθέρωση των αγορών, λαμβανομένων υπόψη των κυπριακών συνθηκών. Στο μεταξύ, η ΑΤΗΚ (κι η ΑΗΚ) θα ξεκινήσουν την αναδιάρθρωση με στόχο τη μείωση λειτουργικών δαπανών. Ορισμένες δραστηριότητες ή έργα θα μπορούσαν να διεξάγονται ή να γίνονται με ανάθεση σε τρίτους αντί να διατηρούν οι ίδιοι μόνιμες υπηρεσίες και συνεργεία.
Όπως είναι γνωστό, οι εργαζόμενοι στην ΑΤΗΚ ενίστανται στην ιδιωτικοποίησή της και ζητούν, αντ' αυτής, εκσυγχρονισμό της κι επιδίωξη στρατηγικών συνεργασιών. Η δημιουργία Ημικρατικών Οργανισμών ως προέκταση της Κυβερνητικής Μηχανής επιχειρήθηκε διαχρονικά σαν αντίδοτο στην γραφειοκρατία για σκοπούς μεγαλύτερης αποτελεσματικότητας. Γιατί να μην επιχειρηθεί και κάτι άλλο; Είναι η βιωσιμότητα του Οργανισμού που θα διασφάλιζε τα δικαιώματα και των εργαζομένων και τη βελτίωσή τους.
ΔΡ ΙΑΚΩΒΟΣ ΑΡΙΣΤΕΙΔΟΥ
Πρώην Υπουργός,
Πρώην Γενικός Διευθυντής Γραφείου Προγραμματισμού
www.iacovosaristidou.com




