Σε πρόσφατο άρθρο μου, με τίτλο «Κυπριακό: Μια Διαφορετική Θεώρηση», επιχειρηματολόγησα ότι ρεαλιστικά ομιλούντες η Τουρκία και οι Τουρκοκύπριοι μπορεί δυνητικά να συνηγορήσουν σε κοινά αποδεκτή λύση του Κυπριακού μόνο όταν η Ελλάδα και η Κυπριακή Δημοκρατία πετύχουμε να μεγιστοποιήσουμε το όφελος που η Τουρκία και οι Τ/κ θα έχουν από τη λύση σε τέτοιο βαθμό, που να κάνει τη λύση συμφέρουσα γι' αυτούς και όχι με το να προσπαθούμε μη ρεαλιστικά να αυξήσουμε το κόστος της Τουρκίας και των Τ/κ από τη μη λύση σε τέτοιο βαθμό, που να κάνει τη μη λύση ασύμφορη γι' αυτούς.

Ακόμη υποστήριξα ότι η μεγιστοποίηση του εν λόγω οφέλους θα μπορεί να γίνει αν, στη βάση κορυφαίων Μέτρων Οικοδόμησης Εμπιστοσύνης (ΜΟΕ), ανακαλύψουμε έναν κοινό τόπο γεωπολιτικών και γεωοικονομικών συμφερόντων (π.χ. αμοιβαία επωφελής εκμετάλλευση των υδρογονανθράκων στην Κυπριακή ΑΟΖ, οικονομική συνεργασία κ.ά.) στη βάση τού «όλοι κερδίζουν».

Η εν λόγω πολιτική πρότασή μου έχει αποσπάσει ευμενή αλλά και κάποια, καλόπιστα θεωρώ, επικριτικά σχόλια. Στο παρόν άρθρο θα προσπαθήσω να απαντήσω επιγραμματικά στα επιχειρήματα που έχουν χρησιμοποιήσει εκείνοι οι οποίοι διαφωνούν με την πιο πάνω πρότασή μου, ούτως ώστε αφενός μεν να διαλύσω τις όποιες σχετικές παρανοήσεις, αφετέρου δε να καταδείξω τη δύναμη της πρότασης αυτής.

Πρώτον, η πρόταση περί μεγιστοποίησης από μέρους μας του οφέλους της Τουρκίας και των Τ/κ από την απαλλαγή της κατοχής έχει, κατά τη γνώμη μου, ασυγκρίτως περισσότερες πιθανότητες να επιτύχει απ' ό,τι η πρόταση περί μεγιστοποίησης του κόστους της Τουρκίας και των Τ/κ από τη διατήρηση της κατοχής της μισής Κύπρου.

Μια ανισοσθενής έναντι της Τουρκίας χώρα, όπως είναι η Κυπριακή Δημοκρατία, έχει περισσότερες πιθανότητες να επιβιώσει όχι μέσα στο πεδίο της έντασης και της κατά μέτωπον αντιπαράθεσης με την Τουρκία, όπου η Κύπρος στερείται γεωπολιτικού και στρατιωτικού συγκριτικού πλεονεκτήματος (π.χ. η Τουρκία είναι σύμμαχος των ΗΠΑ, η Τουρκία έχει τεράστια στρατιωτική υπεροχή), αλλά μέσα στο πεδίο της γόνιμης συνεργασίας, όπου η Κυπριακή Δημοκρατία έχει συγκριτικό πλεονέκτημα (π.χ. μέλος της ΕΕ, παρουσία υδρογονανθράκων στην Κυπριακή ΑΟΖ).

Εξάλλου, όπως μας έχει συμβουλέψει εδώ και περίπου 2.100 χρόνια ο σπουδαίος Ρωμαίος πολιτικός και φιλόσοφος Κικέρων, είναι σημαντικό «να κρατούμε τους φίλους μας κοντά και τους εχθρούς μας ακόμη πιο κοντά».

Δεύτερον, δεν συμφωνώ με την άποψη ότι τα συμφέροντα της Τουρκίας εξυπηρετούνται με τον πλήρη έλεγχο της Κύπρου. Αν η Τουρκία ενδιαφερόταν να καταλάβανε ολόκληρη την Κύπρο θα το έκανε το 1974, όταν οι γεωπολιτικές συνθήκες και ισορροπίες ήταν πολύ καλύτερες γι' αυτήν.

Αντίθετα, βασικός στόχος της Τουρκίας φαίνεται να είναι η διατήρηση, για διάφορους λόγους, ενός γεωπολιτικού ερείσματος στο βόρειο τμήμα της Κύπρου, είτε μέσω μιας λύσης ΔΔΟ με πολιτική ισότητα είτε μέσω της συνέχισης της παρούσας κατάστασης πραγμάτων.

Η διατήρηση όμως ενός τέτοιου μελλοντικού ερείσματος μπορεί μετά από μια διευθέτηση του Κυπριακού να μη στρέφεται κατ' ανάγκην ενάντια στην ενωμένη πλέον Κύπρο, αν εν τω μεταξύ οι δύο χώρες έχουν ομαλοποιήσει τις σχέσεις τους.

Τρίτον, ενώ σωστά αναφέρουν οι επικριτές της πρότασής μου ότι και στο παρελθόν είχαν προταθεί ΜΟΕ αλλά δεν εφαρμόστηκαν λόγω τουρκικής αδιαλλαξίας, αδυνατούν να αντιληφθούν τη σημασία της σημερινής πολιτικής συγκυρίας. Πιο συγκεκριμένα, η Τουρκία θέλει να έχει λόγο στο ενεργειακό παιγνίδι της Ανατολικής Μεσογείου ενώ, παρ' όλη τη ρητορική Ερντογάν, προβλέπω ότι η ενταξιακή πορεία της Τουρκίας στην ΕΕ αναμένεται -έστω δύσκολα- να συνεχιστεί.

Και αυτό, λόγω των εκατέρωθεν τεράστιων οικονομικών και πολιτικών διακυβευόμενων συμφερόντων. Ως εκ τούτου, σε περίπτωση μη λύσης θα συμφέρει και στην Τουρκία να αναζητήσουμε από κοινού ένα μεταβατικό (μέχρι τη συνολική λύση) πλάνο συμβίωσης (modus vivendi) με κοινά οφέλη στη βάση της πρότασής μου περί κορυφαίων ΜΟΕ.

Τέλος και προς διάλυση κάθε παρανόησης, δεν πιστεύω ότι θα μπορέσει ποτέ να εγκριθεί και ΚΥΡΙΩΣ να εφαρμοστεί στην Κύπρο λύση ΔΔΟ με πολιτική ισότητα, χωρίς ΟΛΑ τα βασικά ενδιαφερόμενα μέρη να νιώθουν ότι βγαίνουν νικητές ή τουλάχιστον ότι δεν βγαίνουν ηττημένοι από μια τέτοια λύση. Ως εκ τούτου, η όποια μεγιστοποίηση του πολιτικού και οικονομικού οφέλους από την πορεία προς τη λύση, αλλά και από τη λύση αυτή καθ' εαυτή, θα πρέπει να είναι συνολική.
Εν κατακλείδι, οι επόμενοι μήνες θα είναι πολύ κρίσιμοι για την Κύπρο.

Αν παρ' ελπίδα και αυτή η προσπάθεια για λύση αποτύχει και οι πετρελαϊκές εταιρείες και η Κυπριακή Δημοκρατία προχωρήσουν δικαιωματικά σε συνέχιση των προσπαθειών για εκμετάλλευση των υδρογονανθράκων στην Κυπριακή ΑΟΖ, η Τουρκία μάλλον θα αντιδράσει. Αυτό θα έχει δυσμενείς επιπτώσεις για την οικονομία της Κυπριακής Δημοκρατίας, τόσο σε επίπεδο άντλησης τουριστών όσο και σε επίπεδο άντλησης ξένων επενδυτικών κεφαλαίων.

Αυτό είναι ένα εφιαλτικό σενάριο, που θα πρέπει να αποτραπεί και ο μόνος ρεαλιστικός τρόπος για να γίνει αυτό θα είναι, κατά την εκτίμησή μου, μέσω της συνεργασίας όλων των πλευρών στη βάση των προαναφερθέντων κορυφαίων ΜΟΕ.

ΧΡΙΣΤΟΣ ΓΙΑΓΚΟΥ
Διευθύνων Σύμβουλος της BLC LTD