Επιτέλους τα καταφέραμε. Με χίλια δυο βάσανα. Με επισκέψεις και μυστικά δείπνα στον Ακιντζί Εφέντη, με έναν εθνικό εξευτελισμό, που όμοιό του δεν ξαναζήσαμε, προσκυνήσαμε, κάναμε κανονική επίκυψη και υπόκλιση στο σουλτάνο και αυτός δέχτηκε να επανέλθει στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων. Ήταν, βλέπεις, μεγάλο το άγκρισμά του. Δεν μπορούσε να δεχτεί να λένε στα σχολεία στα παιδιά μας, ότι οι γονιοί και οι παππούδες μας υπέγραψαν στο δημοψήφισμα κάτω από το προαιώνιο αίτημα «Αξιούμεν Ένωσιν με την Ελλάδα».
Ο Πρόεδρος τού εξήγησε ότι κάναμε «ένα λάθος». Αλλά, ατού ο Γαβρίλης. «Πρέπει να διορθώσετε το λάθος». Και ανέλαβαν οι δυο μεγάλοι ιππότες του εξευτελισμού να το διορθώσουν. Και μάλιστα με πατριωτικές κορώνες. «Δεν συμβιβαζόμαστε με την κατοχή». «Θέλουμε λύση και επανένωση, για να απομακρυνθούν τα κατοχικά στρατεύματα και να επανενώσουμε την πατρίδα μας». Μάζεψαν λοιπόν τριάντα παλληκάρια και αλώσανε την αξιοπρέπειά μας.
Εξευτέλισαν και τη Βουλή, «που έκαμε λάθος», εξευτέλισαν και τους παππούδες μας, που ψήφισαν για την ένωση, εξευτέλισαν αυτούς που έδωσαν τη ζωή τους ή ανέβηκαν στο ικρίωμα της αγχόνης για την Ένωση και σαν νεότεροι νεκροθάφτες της Ένωσης δεύτερης γενιάς, «διόρθωσαν -λένε- το λάθος». Και όλος αυτός ο απίθανος εξευτελισμός είχε μόνο ένα σκοπό. Να πεισθεί ο Ακιντζί να προσέλθει στο τραπέζι τω συνομιλιών, γιατί χωρίς συνομιλίες δεν μπορούμε να βρούμε λύση. Και αυτοί οι μεγάλοι πατριώτες δεν μπορούν να συμβιβαστούν με την παράνομη διχοτόμηση. Βιάζονται να τη νομιμοποιήσουν με την «επανένωση» των δυο κρατών του νέου συνεταιρισμού, όπως λέει και ο σουλτάνος.
‘Ετσι ξανάρχισαν οι συνομιλίες. Για να βρούμε λύση. Η λύση, όμως, πρέπει να βελτιώνει τη σημερινή κατάσταση, έστω και ελάχιστα. Μπορεί όμως να το πετύχουμε αυτό; Μπορούμε να πετύχουμε συνέχιση της Κ.Δ.; Μπορούμε να πετύχουμε απελευθέρωση λογικού ποσοστού κατεχομένων εδαφών, αφού ο μυστικός χάρτης που κρατούν τα Η.Ε. είναι απαράδεκτος, όπως έκρινε ο ΠτΔ; Μπορούμε να πετύχουμε αποχώρηση των κατοχικών στρατευμάτων; Μπορούμε να πετύχουμε κατάργηση των εγγυήσεων και των επεμβατικών δικαιωμάτων της Τουρκίας; Ποιος θα πιέσει την Τουρκία; Αυτοί που την έχουν στα όπα-όπα;
Τι θα κάμουμε, λοιπόν, στις συνομιλίες; ‘Εχουμε υποχωρήσει σε όλα. Θα αποδεχτούμε τώρα την εκ περιτροπής προεδρία, για να επιστρέψουν μια γειτονιά της Μόρφου, αλλά μόνο διοικητικά; Γιατί ο Ακιντζί δήλωσε ότι για τους σφετεριστές θα ισχύουν αυτά που έχουν συμφωνηθεί για τις κατεχόμενες περιοχές και τους «χρήστες».
Θα συζητούμε για τα δυο FIR, για τους χωριστούς κώδικες στη διεθνή τηλεφωνία, για τη διαφορετική ώρα των δυο πολιτειών; Θα συζητούμε την παραχώρηση των τεσσάρων ελευθεριών στους Τούρκους υπηκόους, αφού την βαπτίσουμε σε «ισότιμη μεταχείριση Ελλήνων και Τούρκων»; Θα συζητούμε άραγε και την επαναφορά της θανατικής ποινής; Ο σουλτάνος την χρειάζεται.
Είναι κανένας που πιστεύει ότι ο σουλτάνος λογικεύτηκε και είναι έτοιμος να κάμει παραχωρήσεις για να εξευρεθεί λύση; Μήπως πιστεύουν ότι ο σουλτάνος θέλει βιώσιμη λύση; Οι μόνες παραχωρήσεις που μπορεί να δεχτεί είναι να μειώσει τις 40 χιλιάδες στρατιώτες των κατοχικών στρατευμάτων, που θα μείνουν μόνιμα στην Κύπρο. Θα δεχτεί να πάρει πίσω στην Τουρκία, έστω και έναν έποικο;
Θα πει κάποιος ότι οι στρατηγικοί μας εταίροι θα αρχίσουν τις πιέσεις. Φυσικά και θα αρχίσουν τις πιέσεις. Και κάθε λογικός άνθρωπος καταλαβαίνει ότι οι πιέσεις γίνονται για τα δικά τους συμφέροντα και συνήθως πιέζουν αυτούς που είναι ανεκτικοί και επιδεκτικοί στις πιέσεις και έχουν δώσει αποδείξεις αποδοχής των πιέσεων. Γιατί επιμένουμε τόσο πολύ να ξαναρχίσουν, τώρα, οι συνομιλίες; Γιατί εξευτελιζόμαστε; Τόσο πολύ βιάζονται κάποιοι να... κάνουν επιχειρήσεις στη μεγάλη αγορά της Τουρκίας; Άραγε τα καταφέραμε ή χαντακωθήκαμε πάλι;




