Η «ανάπαυλα» στις συνομιλίες για το Κυπριακό είναι ευκαιρία να ξεκαθαρίσουμε τις θέσεις μας πάνω στα βασικά θέματα των συζητήσεων. Σήμερα θα ασχοληθώ με την οικονομική πτυχή. Από το 1964 στο Γραφείο Προγραμματισμού καταβλήθηκαν προσπάθειες για ανάδειξη της σημασίας των οικονομικών στην επίλυση του Κυπριακού, κάτι που δεν πετύχαμε σε ικανοποιητικό βαθμό μέχρι σήμερα. Επικρατούσε πάντα η άποψη ότι το Κυπριακό ήταν καλύτερα να το χειριστούν οι νομικοί. Κι όμως μια μη λειτουργική οικονομικά λύση θα αποτελούσε μόνιμη αιτία προστριβών.

Μαζί με την προσπάθεια που αναλάβαμε για επαναδραστηριοποίηση της οικονομίας μετά την εισβολή, μια άλλη εργασία ήταν η συστηματική μελέτη της οικονομικής πτυχής των Συμφωνιών Υψηλού Επιπέδου, καθώς κι η καταγραφή των πόρων κι άλλων χαρακτηριστικών των Κ/Περιοχών. Με τη βοήθεια του Τμήματος Κτηματολογίου αποτυπώσαμε τα στοιχεία σε διαφανείς χάρτες, ώστε τοποθετώντας τον ένα πάνω στον άλλο θα μπορούσε κανένας να δει τη σημασία κάθε τετραγωνικού μιλίου της Κ/Γης. Μέχρι το 1988 τα στοιχεία αυτά τα χρησιμοποιούσαμε για να δώσουμε κάποια γνωμάτευση όταν μας εζητείτο. Ο Πρόεδρος Γιώργος Βασιλείου αξιοποίησε πλήρως το αρχείο αυτό κατά την ετοιμασία των προτάσεών μας στις συνομιλίες επί της δικής του προεδρίας.

Όπως ξανατόνισα, η λύση της Ομοσπονδίας για ένα μικρό κράτος είναι ένα δαπανηρό εγχείρημα. Δεν είναι εύκολο σε μια μικρή πόλη της Ευρώπης, όπως είναι πληθυσμιακά η Κύπρος, να υπάρξει μια κρατική δομή με τρεις Εκτελεστικές Εξουσίες, τέσσερις Νομοθετικές Αρχές, τρεις ή τέσσερεις σειρές Δικαστηρίων με τις ανάλογες δαπάνες. Γι' αυτό εξασφαλίσαμε τις υπηρεσίες ειδικών σε θέματα των οικονομικών ομοσπονδιακών συστημάτων, ακόμη κι από τη μακρινή Αυστραλία, που υπέβαλαν Εκθέσεις και μοιράστηκαν μαζί μας τις εμπειρίες τους.

Πιστεύαμε πάντοτε ότι η πρωτοβουλία της μελέτης της επιδιωκόμενης λύσης του Κυπριακού έπρεπε να προέλθει από μας. Εμείς είμαστε σε καλύτερη θέση να προτείνουμε λύσεις, που θα ικανοποιούν τις δικαιολογημένες ανησυχίες των Τ/Κυπρίων, ενώ ταυτόχρονα θα διατηρούν τα στοιχεία μιας βιώσιμης και λειτουργικής λύσης. Δυστυχώς, επιλέξαμε σχεδόν πάντοτε την εύκολη οδό της αναμονής υποβολής σχεδίων λύσης από άλλους. Κι ενώ εμείς υπήρξαμε τα θύματα της επεκτατικής πολιτικής της Τουρκίας, με την απόρριψη των προτάσεων αυτών κινδυνεύουμε να θεωρηθούμε ως η αδιάλλακτη πλευρά. Ένα τέτοιο εγχείρημα πιστεύω θα γινόταν πιο αποδεκτό από τη διεθνή κοινή γνώμη παρά η υποβολή καταλόγου σημείων/θεμάτων προς συζήτηση, όπως έγινε κατά καιρούς.

Σε ό,τι ακολουθεί παρατίθενται μερικές σκέψεις που υπέβαλα, αν και δεν ήμουνα πια στα δημόσια πράγματα, για την οικονομική πτυχή της λύσης του Κυπριακού, που εστιάζονται, κυρίως, στην εξοικονόμηση πόρων εγκαθίδρυσης των νέων θεσμών και την άσκηση σωστής οικονομικής, νομισματικής κι αναπτυξιακής πολιτικής.

Γιατί είναι απαραίτητο τα Συνιστώντα Κρατίδια να έχουν δικαίωμα να διατηρούν εμπορικές κι άλλες σχέσεις με άλλες Χώρες, κάτι που θα απαιτούσε πρόσθετες δαπάνες, ενώ θα εμφανίζονται ανταγωνιστικά στο εξωτερικό (διεθνείς εκθέσεις κ.λπ); Συνταγματικές πρόνοιες, όπως εκείνη που αναφέρεται στον διαχωρισμό των αξιωματούχων των Κρατιδίων και του Κοινού Κράτους, θα οδηγήσουν και πάλι στην αύξηση των κόστων λειτουργίας τους. Θα μπορούσε να εξοικονομηθεί και χρήμα κι ανθρώπινο δυναμικό αν περισσότεροι αξιωματούχοι υπηρετούσαν τόσο στα Κρατίδια όσο και στο Κοινό Κράτος.

Η διευθέτηση που θα γίνει για τη χρηματοδότηση των Προϋπολογισμών των Κρατιδίων δεν πρέπει να καταλήξει να λειτουργεί ως ανασταλτικός παράγοντας στην εξοικονόμηση πόρων και την ανάπτυξη. Κάθε Κρατίδιο θα πρέπει να αναλάβει τα δικά του χρέη, εκτός αν έγιναν για έργα που θα μεταβιβαστούν στο Κοινό Κράτος, η κατανομή δαπανών προς αυτά να γίνεται με υγιή οικονομικά κι αναπτυξιακά κριτήρια κι όχι απλώς με βάση «ανάγκες» ή τον πληθυσμό (που μπορεί να αλλοιωθεί αργότερα λόγω εποίκων) κ.λπ.

Όμως πιο σοβαρές επιπτώσεις θα υπάρξουν στην άσκηση ορθής οικονομικής κι αναπτυξιακής πολιτικής εάν ισχύσουν σοβαροί περιορισμοί στη διακίνηση των βασικών συντελεστών παραγωγής, των ατόμων (περιορισμός εγκατάστασης), των κεφαλαίων (ανάκτηση ιδιωτικών επιχειρήσεων, ελευθερία επενδύσεων) και της χρήσης γης (επανάκτηση περιουσιών). Αυτό δε σημαίνει ότι κάθε Κρατίδιο δεν θα είναι υπεύθυνο για τα του «οίκου του» και να στηρίζεται υπέρμετρα στην Κεντρική Κυβέρνηση για κάλυψη των ελλειμμάτων.

Επιπλέον δεν θα πρέπει να καταστρατηγείται η έννοια της ενιαίας οικονομικής, νομισματικής κι αναπτυξιακής πολιτικής. Θα μπορούσαν να βρεθούν αποδεκτές λύσεις για την εξασφάλιση εξ υπαρχής της ελεύθερης διακίνησης των συντελεστών παραγωγής, χωρίς τούτο να αναιρεί την οντότητά τους. Ιδιαίτερα στο θέμα της ελεύθερης εγκατάστασης, εφόσον το κάθε Κρατίδιο θα έχει την ευχέρεια να περιορίζει την άσκηση των πολιτικών δικαιωμάτων σ’ αυτό, γιατί να μη δικαιούνται όλοι οι πρόσφυγες να πάνε στα μέρη τους και μόνο ένα ποσοστό να έχει δικαίωμα ψήφου εκεί εφόσον πληρούνται κάποια κριτήρια (ιδιοκτησία, μονιμότητα καταγωγής). Οι υπόλοιποι θα ψηφίζουν στο Κρατίδιο της «εθνικής» τους καταγωγής. Η πρόνοια αυτή θα μπορεί να απαλειφθεί σε βάθος χρόνου στο πλαίσιο της Ε.Ε., κάτι που θα μπορούσε να ισχύσει και σε άλλες περιπτώσεις.

Περιττό, βέβαια, να τονίσουμε ότι η βιωσιμότητα και παραγωγικότητα των δυο Κρατιδίων, ιδιαίτερα του τ/κ, θα εξαρτηθούν κυρίως από τις διευθετήσεις που θα γίνουν στο μακροοικονομικό επίπεδο για τη λειτουργία μιας ενιαίας οικονομίας, όπως υποστηρίξαμε σε Σημείωμά μας προς τον Μακάριο ερμηνεύοντας τον σχετικό όρο της πρώτης Συμφωνίας Υψηλού Επιπέδου του 1977.

ΔΡ ΙΑΚΩΒΟΣ ΑΡΙΣΤΕΙΔΟΥ
Πρώην Υπουργός,
Πρώην Γενικός Διευθυντής Γραφείου Προγραμματισμού
www.iacovosaristidou.com