«Υγείαν έχετε, ότι και ημείς καλώς υγιαίνομεν». Αυτό, σαν παράφραση στην καθαρεύουσα πάει να πει, «Να ’χετε την υγειά σας κι εμείς μια χαρά την έχουμε». Μοναδική ευχή, το αγαθό το πολυτιμότερο, απ’ τον Ασκληπιό και τον Ιπποκράτη, την Ιασώ και τη Μαία, τις θεραπαινίδες, τα γιατροσόφια, τα ιαματικά λουτρά, αγώνας να χαίρεται ο άνθρωπος -ειδικά στην αρχαιότητα με τον μέσο όρο ζωής στα 37!- κάθε στιγμή του.
Από τότε, ουυυ, χιλιάδες φάρμακα, μέθοδοι, εγχειρήσεις, επεμβάσεις, μηχανήματα, τα 85 τόσα που φτάνει πια ο άνθρωπος θέλουν τρόπο, κόπο, έξοδα. Ε, φταίμε τώρα να τα βάλουμε πάλι μ’ εκείνους τους αρχαίους που δεν μας άφησαν τίποτα να πούμε βρε αδελφέ κι εμείς; «Ου γαρ έρχεται μόνον».
Κουβαλάει, Χριστέ μου φύλαγε, αρθρίτιδες, ουρίες, πίεση να κάνει ράλι για κατάρριψη ρεκόρ, κάτι καρδούλες, κάτι νεφράκια, κάτι καταθλίψεις, πλούσια τα ελέη. Να κάνεις την προσευχή σου μη σου το δώσει ο Θεός να θες νοσοκομείο. Άμα θα πρέπει, δε, να μείνεις κιόλας, πάρε το μαξιλάρι σου, κανένα σεντόνι καλού-κακού, τίποτα αναλώσιμα, αν έχεις, σε τσιρότα, επιδέσμους, γάζες, όλα ευπρόσδεκτα.
Ε, ναι, κάποτε οι πιο πολλοί δικαιούχοι είχαν, δεν μπορεί να πει κανείς, αξιοπρεπή φροντίδα. Με λίγο ζόρι, στρίμωγμα, κανένα φακελάκι - όχι τίποτα σπουδαίο, έτσι, σαν κατάθεση ευγνωμοσύνης! - αλλά την είχαν. Τώρα; Τι τώρα, ρωτάς; Θα ’χεις καιρό, φαίνεται, ν’ αρρωστήσεις. Να βρεθείς στην ουρά με τα λεφούσια που περιμένουν στωικά τη διαδικασία κι όταν έρθει η σειρά σου να σε αντιμετωπίζει ένα ράκος που το παίζει γιατρός, 35-40 άτομα, οκτώ με δύο, ούτε με θεία φώτιση.
Να βλέπεις να σέρνονται στα πόδια τους νοσηλευτές με καλή θέληση και προθυμία, που, κατά τις δώδεκα τους τελειώνουν, τι να σου κάνουν, άνθρωποι είναι κι αυτοί. Μπάχαλο, λοιπόν, με τους γιατρούς που αποσκιρτούν, για να σώσουν το τομάρι τους ή να βρουν κάτι καλύτερο. Μπάχαλο με τις παραπομπές στην ιδιωτική φροντίδα, αφού στα κρατικά πρέπει να περιμένεις δυο χρόνια για αξονικό, ενάμιση χρόνο για εγχείρηση του ισχίου που σε ρήμαξε.
Οι γιατροί, οι νοσηλευτές, ακόμα και απλοί καθαριστές-καθαρίστριες, ωρύονται για όσα έφερε η κρίση στη νοσηλεία. Ακόμα και φάρμακα φθηνότερα για το κράτος με καθόλου σίγουρη δράση. Πραγματικά φιλότιμες προσπάθειες τρακάρουν με τις ελλείψεις, τους περιορισμούς, τα ωράρια. Ζητήθηκε θαυματοποιός άπαξ και… δίπαξ κι ούτε ξέρω πόσες φορές. Ένας Υπουργός, βρε παιδάκι μου, που να μπορέσει να βάλει μια τάξη, να δικαιώσει, να στηρίξει, να βοηθήσει.
Ε, σιγά, εδώ παίζονται συμφέροντα, με τρίπλες κλωτσάνε την μπάλα παρακεί, το σύστημα να ’ναι καλά. Πυροσβέστης ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας να μοιράζει κλίμακες και υποσχέσεις για καινούργια κτήρια, να ζητά και ο ίδιος στήριξη και συνεργασία. Ε, εντάξει, την υγειά του κι εκείνος κι άλλοι από ψηλά δώματα την έψαξαν αλλού. Και πολύ καλά έκαναν, αν έτσι έπρεπε. Το θέμα είναι, αν μου τύχει εμένα το ίδιο - κτυπάω ξύλο - θα ’χω την ίδια τύχη; Ανέκδοτα λέμε;
Να μου πεις εδώ χάνονται χιλιάδες κάθε μέρα στην Αφρική, στην Ασία χωρίς νερό, χωρίς φαγητό, μέσα στη βρομιά και τις επιδημίες, παιδιά σκελετωμένα τα τρώνε οι μύγες και παραπονιόμαστε εμείς; Ε, ναι, πονάμε και γι’ αυτά, μα τι να κάνουν εκεί οι γιατροί χωρίς σύνορα, όταν κι εδώ από αμέλειες και ελλείψεις χάνονται άνθρωποι;
Γι’ αυτό δεν θα ασχοληθούμε με το φετινό σύνθημα της Παγκόσμιας Οργάνωσης Υγείας, όποιο και να ’ναι. Το σύνθημα «Υγεία για όλους» που έχει δεκαετίες τώρα ως βασικό στόχο της, μπορεί να το κάνει πράξη; Ναι, σιγά! Για την ώρα περιμένουμε - όσοι προλάβουμε - το ΓεΣΥ. Αν, άμα και εφόσον! Ως τότε, περαστικά μας.
ΑΛΕΚΑ ΓΡΑΒΑΡΗ-ΠΡΕΚΑ




