Έχω αναφερθεί κι άλλοτε στα προβλήματα της Δημόσιας Υπηρεσίας, η επίλυση των οποίων είναι βασική προϋπόθεση για απρόσκοπτη πορεία προς τα πρόσω στον Τόπο αυτό. Επανέρχομαι σήμερα ύστερα από την ομαδική (υστερική θα 'λεγα) καταδίκη αυτές τις μέρες της δήλωσης του Γενικού Γραμματέα της ΠΑΣΥΔΥ για διατήρηση του παρόντος καθεστώτος δωρεάν ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης των δημοσίων υπαλλήλων σε περίπτωση εισαγωγής του ΓεΣΥ. Δεν θα αναφερθώ στο ό,τι το εν λόγω δικαίωμα είναι συνταγματικά κατοχυρωμένο, όπως ανέφερε ο Χατζηπέτρου.
Άλλωστε δεν αποκλείεται για κάποιους νομοτεχνικούς λόγους το Ανώτατο Δικαστήριο ή ο Γενικός Εισαγγελέας να αποφανθεί ότι αυτό δεν ισχύει, όπως έκαναν πρόσφατα στην περίπτωση των άλλων Γενικών Διευθυντών που υπουργοποιήθηκαν. Θα εξετάσω το θέμα από μια γενικότερη σκοπιά, που σχετίζεται με την ορθή, αντικειμενική κι αμερόληπτη διακυβέρνηση του Τόπου.
Ως Γραφείο Προγραμματισμού είχαμε κηρύξει πόλεμο εναντίον όλων εκείνων των στοιχείων, που οδηγούν τη Δημόσια Υπηρεσία στη μη ικανοποιητική και αντικειμενική επιτέλεση του έργου της. Κι εκεί που κατά καιρούς νομίζαμε ότι έγινε πρόοδος, φαίνεται ότι το σύνδρομο του Σίσυφου επενεργεί κι εδώ και την ανατρέπει. Αν δεν προχωρούμε συνεχώς μπροστά, ο εφησυχασμός μάς παρασύρει προς τα πίσω. Δεν είναι τυχαίο που η ίδια η Ε.Ε. υιοθέτησε μια καινούργια δράση για πάταξη της γραφειοκρατίας στη Δημόσια Υπηρεσία, απλοποίηση των διαδικασιών και αύξηση έτσι της ανταγωνιστικότητας. Είναι πρόδηλο ότι τα φαινόμενα αυτά είναι πανευρωπαϊκά και παγκόσμια!
Το δίπτυχο πάνω στο οποίο εργαστήκαμε περιελάμβανε από τη μια μεριά τη δημιουργία και διατήρηση μιας ικανής κι ικανοποιημένης Δημόσιας Υπηρεσίας κι από την άλλη την απαίτηση για ανιδιοτελή αφοσίωση, παραδειγματικό ζήλο κι αποτελεσματικότητα από πλευράς των υπαλλήλων στην επιτέλεση του λειτουργήματός τους. Είχα την ευκαιρία πολλές φορές να προβάλω αλλά και να ακολουθήσω στην πράξη τις θέσεις αυτές.
Όταν ο Πρόεδρος Κυπριανού λίγο μετά την ανάληψη της Προεδρίας με τον θάνατο του Μακαρίου κάλεσε ευρεία σύσκεψη των κυβερνητικών αξιωματούχων και της ΠΑ.ΣΥ.Δ.Υ. για θέματα ομαλής λειτουργίας και αποδοτικότητας της Δημόσιας Υπηρεσίας, βρήκα την ευκαιρία να προβάλω τις θέσεις αυτές προς μεγάλη δυσαρέσκεια και των δυο πλευρών: ο μεν Πρόεδρος παραπονέθηκε αργότερα στον Υπουργό Οικονομικών γιατί θεώρησε ότι προέτρεπα τους δημόσιους υπαλλήλους να υποβάλουν πρόσθετα αιτήματα, ο δε τότε Γενικός Γραμματέας της ΠΑΣΥΔΥ ενοχλήθηκε γιατί αιτήματα για πρόσθετα ωφελήματα μόνο η Οργάνωση μπορούσε να υποβάλει.
Οι θέσεις που υποστήριξα -κι όχι αιτήματα- ήταν να βεβαιωθούμε πρώτα ότι εξασφαλίζεται μια αξιοπρεπής διαβίωση για όλους τους δημόσιους υπαλλήλους, καθώς και ικανοποιητικές συνθήκες για επιτέλεση των καθηκόντων τους και δεύτερο να απαιτήσουμε απ' όλους πλήρη, ανιδιοτελή, αποδοτική αφοσίωση στην αποστολή τους.
Για το πρώτο, όπως εξήγησα, δεν εννοούσα κατ’ ανάγκην την παραχώρηση μισθολογικών αυξήσεων, αλλά την υποβοήθηση στη δημιουργία τέτοιων διευθετήσεων μέσω των οποίων κάθε δημόσιος λειτουργός να μπορεί να ικανοποιήσει θεμιτές ανάγκες, όπως η εξασφάλιση στέγης κι η διασφάλιση των μέσων για τις πανεπιστημιακές σπουδές των παιδιών.
Η δωρεάν ιατροφαρμακευτική περίθαλψη ήταν δεδομένη. Επίσης αναφέρθηκα στις πολύ κακές συνθήκες στέγασης και λειτουργίας πλείστων υπηρεσιών, η βελτίωση των οποίων θα είχε σημαντικές επιπτώσεις στην αποδοτικότητα της Δημόσιας Υπηρεσίας. Για το δεύτερο, ζήτησα να είμαστε αμείλικτοι σε κάθε είδους κατάχρηση της θέσης οποιουδήποτε για ιδιοτελείς σκοπούς, καθώς και μηδενική ανεκτικότητα σε φαινόμενα ανικανότητας, ολιγωρίας και πλημμελούς αφοσίωσης στο καθήκον. Κανένας δεν θα μπορούσε πια να επικαλεσθεί λόγους προσωπικών ή οικογενειακών αναγκών ή άλλοθι για να δικαιολογήσει τυχόν παρασπονδία του.
Είχα την ευκαιρία πολλές φορές να υποστηρίξω έμπρακτα τις πιο πάνω θέσεις. Προσπαθήσαμε να άρουμε τις δικαιολογίες, πραγματικές πολλές φορές, που Λειτουργοί προέβαλλαν για τη μη έγκαιρη επιτέλεση του έργου τους. Αναφέρθηκα κι άλλοτε στις προσπάθειες που καταβάλαμε για μηχανογράφηση των εργασιών της Κυβερνητικής Μηχανής. Ένα θέμα που επίσης με ενοχλούσε ιδιαίτερα ήταν η έλλειψη συντονισμού και άμεσης επικοινωνίας μεταξύ Τμημάτων που είχαν λόγο σε κάποιες υποθέσεις των πολιτών.
Όταν έπρεπε να γνωμοδοτήσουν περισσότερα από ένα Τμήματα για να ληφθεί μια απόφαση, τότε το θέμα χρόνιζε στα Γραφεία. Εισηγήθηκα τότε την απλοποίηση της σχετικής διαδικασίας. Τα συναρμόδια Τμήματα να συνέρχονται τακτικά για να αποφασίζουν από κοινού επί των αιτήσεων που ήδη έχουν μελετήσει. Η εισήγηση εφαρμόστηκε με επιτυχία για αρκετό καιρό.
Την εμπειρία με τις πιο πάνω περιπτώσεις προσπάθησα στη συνέχεια να μεταφέρω και στην περίπτωση των ξένων επενδύσεων και των υπεράκτιων εταιρειών, που προσπαθούσαμε να προσελκύσουμε στην Κύπρο. Το τι γινόταν ήταν τριτοκοσμικό! Οι ίδιοι οι ξένοι αιτητές περιέφεραν πολλές φορές τους φακέλους από γραφείο σε γραφείο για να πάρουν τις σχετικές εγκρίσεις/υπογραφές.
Ζήτησα από την Κεντρική Τράπεζα, στην οποία απευθύνονταν τότε οι αιτήσεις, να τις στέλλει η ίδια στις αρμόδιες Υπηρεσίες, οι οποίες κι αντιπροσωπεύονταν σε μόνιμη επιτροπή υπό την προεδρία της. Η επιτροπή συνερχόταν σε τακτά διαστήματα κι εξέταζε όσες αιτήσεις είχαν στο μεταξύ μελετηθεί, ενώ με τη συζήτηση ξεκαθάριζαν θέματα που απασχολούσαν τις Υπηρεσίες στον χειρισμό άλλων. Έτσι δημιουργήθηκε και λειτούργησε για πρώτη φορά το σύστημα της μονοθυριδικής εξυπηρέτησης (one stop shop) στην Κύπρο, ένα αίτημα που ακόμη παραμένει ανικανοποίητο σε αρκετές περιπτώσεις.
Οι πιο πάνω αδυναμίες της κυβερνητικής μηχανής μπορούν να ξεπεραστούν από μια λογικά ικανοποιημένη δημόσια υπηρεσία αφοσιωμένη απερίσπαστα στο καθήκον.
ΔΡ ΙΑΚΩΒΟΣ ΑΡΙΣΤΕΙΔΟΥ
Πρώην Υπουργός,
Πρώην Γενικός Διευθυντής Γραφείου Προγραμματισμού
www.iacovosaristidou.com




