Ακούω συνέχεια εκείνον τον ρητορικό λόγο και τη στερεότυπη επιχειρηματολογία, με μια ξύλινη γλώσσα που μας αδειάζει, περίλυπος ακούω όλα εκείνα τα επαναλαμβανόμενα επιχειρήματα για την επιτακτική και αδήριτη ανάγκη πολιτικού συμβιβασμού και «συνθηκολόγησης» με τους Τούρκους. Και τις συνακόλουθες απειλές. Την κινδυνολογία.

Κι όλα αυτά, ερήμην της αληθείας και του δικαίου και της ιστορίας, που αποσιωπώνται και αγνοούνται επιμελώς. Και σκέφτομαι όλη εκείνη τη διαδικασία της φθοράς και του θανάτου, της συνεχούς υπονόμευσής μας, από μέρους των Δυτικών «φίλων» μας, και αναρωτιέμαι πώς θα σώσουμε, άραγε, την πατρίδα μας. Πώς θα την αποσπάσουμε από τον ασφυκτικό εναγκαλισμό και την τυραννία και τις απειλές των οθωμανών. Από τη νέα τουρκοκρατία που μας προέκυψε.

Πώς θα αποφύγουμε την εγκατάλειψή μας και την παράδοσή μας στην ανομολόγητη τυραννία των Οθωμανών, με εκείνη την ανελέητη προπαγάνδα και την επιχειρηματολογία της απροκάλυπτης, πλέον, διαστροφής και αντιστροφής του δικαίου. Που μας πάει ευθέως στην αθλιότητα της αρχαίας και λησμονημένης σοφιστικής ή τον συγκλονιστικό εκείνο «Διάλογο των Μηλίων», που άλλοτε τον διδάσκαμε και που τον συναντούμε στον συγκλονιστικό ιστορικό λόγο του Θουκυδίδη. Αυτόν περί της «ηθικής της δυνάμεως».

Και σκέφτομαι πώς θα απαλλάξουμε, επιτέλους, την πατρίδα μας απ' όσα μας προέκυψαν στην ιστορία. Ασφαλώς, σκέφτομαι, όχι με την υπογραφή μας και την παράδοσή μας στους Τούρκους, με τον οποιονδήποτε εν τέλει συμβιβασμό, ερήμην και κατά παράβασιν κάθε αρχής δικαίου, όπως μας υποδεικνύουν συνήθως οι ξένοι. Χωρίς να υπάρξει, συγχρόνως, η αποκατάσταση της δικαιοσύνης, η μεταμέλεια και η συγγνώμη από μέρους εκείνων που μας κατέσφαξαν και μας κατεδούλωσαν.

Δεν θα σωθεί, όμως, η πατρίδα μας με την εγκατάλειψη και παράδοσή της. Με την εγκατάλειψη και την παράδοση όλων σχεδόν των ελληνικών εδαφών μας, της Κυθρέας και της Κερύνειας και της αγιασμένης Καρπασίας, που κατέλαβαν, κατά τρόπο φρικώδη και ελεεινόν οι Τούρκοι. Γιατί ένα και μόνο φαίνεται να επιδιώκουν και να ζητούν επιμόνως και απροκάλυπτα, σχεδόν, οι Τούρκοι, προφασιζόμενοι πάντοτε τον διάλογο μέσα από τις πολύχρονες και τις ατελείωτες και τις άγονες συνομιλίες: Την παράδοσή μας.

Κι ακούω, λοιπόν, έκπληκτος, επωδύνως ακούω, τον ξύλινο λόγο των κομματικών ταγών, αλλά και των κομματικών νεολαιών, έτσι πανομοιότυπο να επαναλαμβάνεται με μιαν αδιαμφισβήτητη λογικοφάνεια. Με την επίφαση μιας ακλόνητης συλλογιστικής. Με την ακαμψία του συντριπτικού ορθού λόγου, έναντι εκείνου του άλλου, του «αφελούς», συνήθως, κατά τους πολλούς, ρομαντισμού των ιδεολόγων. Όλων εκείνων των ονειροπόλων, που παρέμειναν προσκολλημένοι στα παλαιά, στη ρητορεία και την κενολογία και την ανοησία, όπως διατείνονται γι’ αυτούς πολλοί, έναντι της επώδυνης πραγματικότητας της εισβολής και κατοχής, από την οποία δεν μπορούμε να αποδράσουμε.

Και σκέφτομαι πως έχουμε εν τέλει απέναντί μας, όχι μόνο τον λεγόμενο αφελή, παρωχημένο λόγο των «ονειροπόλων» του παρελθόντος, αλλά και έναν άλλο, έναν άκριτο, στην ορθολογίζουσα διατύπωσή του, λόγο, αυτών που επιχειρηματολογούν, με τόση ελαφρότητα, συχνά, για έναν συμβιβασμό, επώδυνο τον αποκαλούν, αγνοούντες τη δυναμική και τη δικαιοσύνη και το βάθος της ιστορίας.

Και σκέφτομαι πάντοτε εκείνο τον εθνοπρεπή και υπερήφανο λόγο του Θεοδωράκη Κολοκοτρώνη, όταν απαντούσε στον Άμιλτον: «Μία φοράν, όταν επήραμε το Ναύπλιο, ήλθεν ο Άμιλτον να με ιδεί. Μου είπε ότι: "Πρέπει οι Έλληνες να ζητήσουν συμβιβασμό, και η Αγγλία να μεσιτεύσει". Εγώ του αποκρίθηκα, ότι: "Αυτό δεν γίνεται ποτέ, ελευθερία ή θάνατος. Εμείς, καπιτάν Άμιλτον, ποτέ συμβιβασμό δεν εκάμαμε με τους Τούρκους"».

Δεν ξέρω, αν έχουμε το θάρρος εκείνο του στρατηγού ή τις πνευματικές προϋποθέσεις ή το υπόστρωμα και τα αποθέματα ψυχής να λειτουργήσουμε, όπως λειτούργησαν οι πατέρες μας άλλοτε, υπερασπιζόμενοι την πατρίδα και την ελευθερία μας. Γιατί πίσω από τον λόγο του στρατηγού υπήρχε ή προϋπήρξε μια ολόκληρη πνευματική Ορθόδοξη παράδοση πολιτισμού και παιδείας, που εμείς προ πολλού την έχουμε εγκαταλείψει και αποκηρύξει.

Σύνεση χρειάζεται και θάρρος και πίστη και καρτερία και σοφία. Έτσι για να πορευθούμε σ’ αυτούς τους καιρούς της αγριότητας και αθλιότητας, μακράν της ρητορείας της ήττας και της υποταγής και της παράδοσής μας. Αλλά και έξω από τη ρητορική της κενότητας και της εύκολης συνθηματολογίας, που μας οδήγησε ιστορικώς εκεί που μας οδήγησε.

ΝΙΚΟΣ ΟΡΦΑΝΙΔΗΣ