Είναι πλέον ώρα ώστε να πρέπει να αποτελούν παράδειγμα και να αναδεικνύονται τα δίκαια και τα άξια. Όσοι δεν μπορούν να συμβαδίσουν με τους ρυθμούς ήθους και νομιμότητας θα πρέπει να παραμερίσουν ή να παραμεριστούν δημοκρατικά

Στις 11.3.2017 με πρωτοβουλία του Ομίλου Πνευματικής Ανανέωσης σε συνεργασία με τη Φιλοσοφική Εταιρεία Κύπρου και το Ινστιτούτο Ελληνικού Πολιτισμού, διοργανώθηκε ημερίδα με εισηγήσεις και παρεμβάσεις αναφορικά με το πιο πάνω, τόσο καίριο και πάντα επίκαιρο θέμα. Τόσο οι εισηγήσεις (από τον Γενικό Εισαγγελέα κ. Κληρίδη και τον πρώην Πρόεδρο του Ανωτάτου Δικαστηρίου κ. Χατζηχαμπή), όσο και οι παρεμβάσεις πριν από τη συζήτηση από εκπροσώπους των διοργανωτών που μας διαπαιδαγώγησαν όλους όσοι παρευρεθήκαμε, συνέβαλαν σε πρόσθετο προβληματισμό σε σχέση με το πού έχουμε φθάσει, για ό,τι πράξαμε και ό,τι παραλείψαμε.

Όταν το μέτρο και η αλήθεια πλήττεται και συντελεί απαξιωτικά σε αξίες, αρχές και στο ήθος, τότε επακολουθούν συμπεριφορές ατομικισμού, παρακμής και ιδιοτέλειας. Ο κλονισμός της εμπιστοσύνης του κοινού στον τρόπο συμπεριφοράς, δράσης ή παραλείψεων της διοίκησης και των κρατικών μηχανισμών λειτουργίας της Κυπριακής Δημοκρατίας, είναι το χείριστο πάθημα που δυνατό να επέλθει στο ήθος αλλά και στο ηθικό ενός λαού που αγωνίζεται για εθνική επιβίωση και δίκαιη λύση για το κυπριακό πρόβλημα.

Είναι πλέον ώρα ώστε να πρέπει να αποτελούν παράδειγμα και να αναδεικνύονται τα δίκαια και τα άξια. Όσοι δεν μπορούν να συμβαδίσουν με τους ρυθμούς ήθους και νομιμότητας, θα πρέπει να παραμερίσουν ή να παραμεριστούν δημοκρατικά. Άλλωστε στον Επιτάφιο του Θουκυδίδη τονίστηκε ότι «Χρώμεθα γαρ πολιτεία και όνομα μεν διά το μη ες ολίγους αλλ’ ες πλείονας οικείν δημοκρατία κέκληται».

Εκεί λοιπόν, στο γράμμα και στο πνεύμα της σπουδαιότερης επινόησης του ανθρώπινου πνεύματος και της ανθρώπινης πράξης, για την έννοια της πατρίδος και της λειτουργίας της πολιτείας, ως Κράτος Δικαίου, «το εύδαιμον το ελεύθερο, το δε ελεύθερον το εύψυχον κρίναντες», γεννώνται και/ή προκύπτουν ερωτήματα με ό,τι σήμερα ισχύει και δεσμεύει ως δίκαιο και ηθική.

Καλλιεργούμε την ευψυχία, προκειμένου να διεκδικήσουμε την ελευθερία και για τα παιδιά μας και να την εξασφαλίσουμε; Κατορθώσαμε μήπως, στο δημοκρατικό μας πολίτευμα, την εξουσία να την ασκεί ο λαός και όχι κάποιοι λίγοι πολίτες; Όσοι δεν ενδιαφερόμαστε για τα πολιτικά κρινόμαστε απλώς αδιάφοροι ή καταντούν να θεωρούνται μη χρήσιμοι ως πολίτες;

Αναδεικνύουμε, μήπως, στα δημόσια αξιώματα εκείνους που είναι οι πραγματικά καταλληλότεροι, ικανοί και άξιοι, ανεξαρτήτως κοινωνικής τάξεως, ή κομματικής προελεύσεως και πλούτου; Φροντίζουν τα δημόσια πράγματα όπως τις ιδιωτικές τους υποθέσεις; Καλλιεργούμε άφοβα τον ελεύθερο διάλογο για να ακούμε όλες τις γνώμες, να φωτίζουμε όλες τις πτυχές, ώστε να αποφασίζουμε τα πιο σωστά;

Έχουμε, μήπως, αποδείξει στην πράξη ως πολιτεία και λαός, πως ενστερνιζόμαστε το αξίωμα «το εύδαιμον το ελεύθερο, το δ’ ελεύθερον το εύψυχον κρίναντες»; Θεωρούμε, άραγε, την ανδρεία ως στολίδι της πολιτείας; Προτιμούμε την αντίσταση, παρά μια ζωή ντροπιασμένη; Μήπως έχουμε την αναγκαία γενναιότητα που δεν κάμπτεται μπροστά σε όσα από πριν ζυγίζουμε ως φοβερά και επικίνδυνα;

Νομίζω ότι, χρέος και καθήκον προς την καθιέρωση της υπεροχής του Νόμου, του Δικαίου και της Πολιτικής Ηθικής έχει η κάθε Εξουσία, αλλά και ο κάθε πολίτης σε όποια θέση και αν βρίσκεται. Προφανώς, όμως, προέχουσα θέση θα πρέπει να έχει η συμβολή της δικαστικής εξουσίας, η οποία έχει τη δυνατότητα να επιφέρει με τις αποφάσεις της τομή δικαίου, η οποία να εμπεριέχει και να αναδεικνύει όχι μόνο το δίκαιο, αλλά και τις αρχές της ηθικής. Πρέπει να διαπαιδαγωγεί.

Ιδιαίτερα, στην έκταση των αρμοδιοτήτων της, δεν επιλύει μόνο διαφορές σε σχέση με θέματα που αφορούν μόνο την τήρηση του Νόμου, την προστασία των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και τη χρηστή διοίκηση, αλλά πρόσθετα επιλύει και «διαφορές» μεταξύ Προέδρου της Δημοκρατίας και της Βουλής ή επιλύει διαφορές επί βουλευτικών εκλογών ή αποφασίζει άρση ασυλίας και κηρύσσει αποφάσεις της εκτελεστικής εξουσίας ή και Νόμους ως ανίσχυρες ή άκυρες, για συνταγματικούς λόγους ή για παραβίαση κανόνων της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Η διαπλαστική αυτή εξουσία, μέσα από τη διαδοχή των δικαστικών αποφάσεων, δεν έτυχε μέχρι σήμερα μιας έρευνας σε βάθος, αν πέτυχε στην καθοδήγηση νόμιμα και ηθικά της διοίκησης και των διοικουμένων. Αναγκαία λοιπόν, τουλάχιστον η καθιέρωση συζήτησης με τις τόσες Σχολές Νομικής που λειτουργούν στην Κύπρο, που να περιέχει, γιατί όχι, κριτική για τυχόν κενά και/ή για αναγκαίες τομές.

ΑΝΔΡΕΑΣ Σ. ΑΓΓΕΛΙΔΗΣ
Δικηγόρος