Μετά την εγκατάλειψη του οράματος για ένωση με τη μητέρα πατρίδα, ο κυπριακός Ελληνισμός συμβιβάστηκε με το όραμα της δημιουργίας ανεξάρτητου κράτους. Ο συμβιβασμός εκείνος έμελλε να είναι η απαρχή νέων δεινών για τον κυπριακό λαό, αφού το νέο όραμα, όπως και το προηγούμενο, συγκρουόταν με τα οράματα των πρώην κατακτητών του νησιού, οι οποίοι ποτέ δεν αποδέχτηκαν το δικαίωμα αυτοδιάθεσης των Κυπρίων.
Η μεν Τουρκία απέβλεπε στην προτεκτορατοποίησή του, η δε Βρετανία στη μετατροπή του σε σταθερό αεροπλανοφόρο της. Το Σύνταγμα του νεοσύστατου κράτους εμβολιάστηκε από τους Άγγλους αποικιοκράτες αφενός με την κατοχύρωση στρατιωτικών βάσεων στο νησί και δικαιωμάτων επέμβασης στις 3 εγγυήτριες δυνάμεις, αφετέρου με τον θανατηφόρο ιό του δι-κοινοτισμού και την απόδοση υπερβολικών δικαιωμάτων αρνησικυρίας στην τουρκοκυπριακή μειονότητα, τα οποία διασφάλιζαν τη δυσλειτουργία και αστάθεια του νέου κράτους. Ως εκ τούτου, το νέο όραμα των Ελληνοκυπρίων για ανεξαρτησία κατέστη εκ προοιμίου αδύνατο να υλοποιηθεί.
Αυτό επιβεβαιώθηκε νωρίς με τα γνωστά γεγονότα, που οδήγησαν στην αποχώρηση των Τουρκοκυπρίων από τα θεσμικά όργανα του κράτους και την οικειοθελή γκετοποίησή τους. Η προσπάθεια του Προέδρου Μακαρίου να επιφέρει αλλαγές στο Σύνταγμα, που θα το καθιστούσαν λειτουργικό, πυροδότησε την προσχεδιασμένη εμπλοκή της Τουρκίας και οδήγησε στην εισβολή, στην κατοχή, στον εποικισμό και στην προσάρτηση μεγάλου μέρους του νησιού.
Η ήττα του 1974, ο φόβος της πλήρους κατάκτησης, η αγωνία της επιβίωσης και η προτεραιότητα στη διασφάλιση αυτών που απέμειναν έκαμψαν το αγωνιστικό φρόνημα των Ελληνοκυπρίων, τους αποπροσανατόλισαν από το όραμα της ανεξαρτησίας και καλλιέργησαν το σύνδρομο του ηττημένου και τη συμπεριφορά του καλού παιδιού έναντι τόσο του κατακτητή όσο και του ηθικού αυτουργού.
Στη βάση αυτής της ψυχολογίας, η πολιτική ηγεσία ανέπτυξε στρατηγική που απέβλεπε στη συνεργασία αντί στην αντίσταση στον κατακτητή και στον ηθικό αυτουργό. Αντί η στρατηγική να αναγνωρίσει τα πραγματικά εθνικά οράματα και υψηλές στρατηγικές των Τούρκων και των Άγγλων, βασίστηκε σε ευσεβοποθισμούς.
Αντί η πολιτική ηγεσία να εκθέτει διεθνώς τον εισβολέα και να του προκαλεί κόστος για τα εγκλήματα πολέμου που διέπραξε και τα όσα φαύλα έπραττε εντός και εκτός Τουρκίας, τον εγκωμίαζε δίνοντας την εντύπωση σε αυτόν αλλά και στη διεθνή κοινότητα ότι ανέχεται και υποτάσσεται στη βουλιμία του. Αντί η πολιτική ηγεσία να μέμφεται τη Βρετανία για τη συνενοχή της και να ζητεί την ακύρωση της συνθήκης εγγυήσεως και την αποχώρηση των βάσεων, της επέτρεψε να συνεχίσει να διαδραματίζει ρυθμιστικό ρόλο και της υποσχέθηκε τη διατήρηση των βάσεών της για γενεές γενεών.
Η ένταξη της Κύπρου στην Ευρωπαϊκή Ένωση το 2004 ήταν αναμφίβολα μία μεγάλη επιτυχία της Κυπριακής Δημοκρατίας και των Ελληνοκυπρίων και πρόσθεσε έναν μεγάλο συντελεστή ισχύος στην πολιτική τους φαρέτρα. Παρ' όλ' αυτά, αποδείχτηκε ανεπαρκής να αλλάξει την ψυχολογία, τη νοοτροπία και τη στρατηγική έναντι της Τουρκίας. Αντί η Κυπριακή Δημοκρατία να χρησιμοποιήσει την Ευρωπαϊκή Ένωση για πρόκληση κόστους στην Τουρκία, κατέστη ένας εκ των σθεναρότερων υποστηρικτών της ενταξιακής της πορείας.
Το θείο δώρο των μεγάλων κοιτασμάτων υδρογονανθράκων πρόσθεσε έναν άλλο μεγάλο συντελεστή ισχύος στο πολιτικό οπλοστάσιο της Κυπριακής Δημοκρατίας, αλλά και αυτό δεν κατέστη αρκετό να αλλάξει την ψυχολογία, τη νοοτροπία και τη στρατηγική έναντι της Τουρκίας.
Η ισλαμοποίηση, το νεο-οθωμανικό πρόσωπο, η δικτατορική νοοτροπία και η σουλτανική συμπεριφορά του Ταγίπ Ερντογάν οδήγησε την Τουρκία σε ρήξη με τις χώρες της περιοχής, τις ΗΠΑ και την ΕΕ και την έβγαλε εκτός τροχιάς ένταξης στην ΕΕ. Η απόφαση των Βρετανών για έξοδο από την ΕΕ δρομολόγησε τη στέρηση της Τουρκίας από τον στενότερό της υποστηρικτή στην ΕΕ και την αποδυνάμωση του ρόλου της Αγγλίας στη διαδικασία εξεύρεσης ευρωπαϊκής λύσης στο Κυπριακό.
Ο συνδυασμός των τεσσάρων πιο πάνω εξελίξεων έχει επιφέρει σημαντική ανακατάταξη στα γεωπολιτικά δρώμενα της περιοχής και έχει ενδυναμώσει τη συγκριτική θέση της Κύπρου έναντι της Τουρκίας. Οι διεθνείς συγκυρίες σήμερα είναι ευνοϊκές όσο ποτέ προηγουμένως και δεν ξέρουμε για πόσο θα παραμείνουν έτσι. Γι' αυτό επιβάλλεται η άμεση εκμετάλλευση της μεγάλης αυτής ευκαιρίας.
Η Κυπριακή Δημοκρατία πρέπει να αναλάβει διεθνή εκστρατεία επανατοποθέτησης του προβλήματος στην πραγματική του διάσταση ως διεθνές πρόβλημα εισβολής, κατοχής, εποικισμού και προσάρτησης. Πρέπει να αποκηρύξει τη ΔΔΟ και να αφοσιωθεί στη συνέχισή της ως ενιαίου, αδιαίρετου, κυρίαρχου ευρωπαϊκού κράτους.
Πρέπει να ζητήσει επιτακτικά απογραφή πληθυσμού στα κατεχόμενα και να αξιώσει την απομάκρυνση των εποίκων. Πρέπει να επαναπροσεγγίσει τους Τούρκους της Κύπρου ως Ευρωπαίους Κύπριους πολίτες και όχι ως κοινότητα ελεγχόμενη από τον κατακτητή. Πρέπει να απαιτήσει την ακύρωση των συνθηκών εγγύησης και συμμαχίας και να ζητήσει την απομάκρυνση των βρετανικών βάσεων.
Πρέπει να εργαστεί για την ένταξη της ασφάλειας της Κύπρου σε ένα περιφερειακό σύστημα ενεργειακής ασφάλειας, το οποίο να τεθεί υπό την προστασία μεγάλων δυνάμεων με συμφέροντα στην περιοχή. Έτσι, θα δημιουργηθεί πραγματική προοπτική λύσης του προβλήματος.
ΑΘΩΣ ΚΟΙΡΑΝΙΔΗΣ
Πρόεδρος Πνοής Λαού




