Μέρος Β
Οι σχέσεις της με τη Δυτική Ευρώπη ήταν και είναι μπερδεμένες, γιατί δεν ξεκαθάρισε ο τρόπος προσέγγισής τους και αυτό οφείλεται στην εφαρμογή εκείνων των πολιτικών γύρω από τα ανθρώπινα δικαιώματα, την αντιμετώπιση των Κούρδων, τις εντάσεις με την Ελλάδα, τη μη λύση του Κυπριακού, τις εντάσεις γύρω από τους πρόσφυγες, καθώς επίσης ένα μέρος των Ευρωπαίων δεν τη θέλει ως πλήρες μέρος της ΕΕ.
Στη Μέση Ανατολή η πιο πρόδηλη αλλαγή ήταν στις σχέσεις με το Ισραήλ. Το συριακό πρόβλημα τη βοήθησε να αλλάξει η ισορροπία προς όφελός της, λόγω και της ανομοιόμορφης πολιτικής των Αράβων κατά της Δύσης, καθώς επίσης και της υποχώρησης του Hafiz al-Assad σχετικά με τον Abdulla Ocalan το 1998. Αυτά τα γεγονότα έδωσαν την ευκαιρία στην Τουρκία να αναδειχθεί σε περιφερειακή δύναμη. Οι διαμάχες ανάμεσα στην κουρδική ηγεσία επέτρεψαν στην Τουρκία να ενεργήσει στρατιωτικές επιχειρήσεις στο ιρακινό Κουρδιστάν και στη Συρία.
Όταν το κόμμα Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης ανέβηκε στην εξουσία, περιέγραφε την περασμένη δεκαετία ως «χαμένη» και υποσχέθηκε ότι θα κάμει τομές στις εξωτερικές σχέσεις και στις πτυχές της δημόσιας διοίκησης.
Αρχιτέκτονας αυτής της πολιτικής στρατηγικής ήταν ο Ahmet Davutoglu, επικεντρωνόμενος στην έννοια του «στρατηγικού βάθους» και της Τουρκίας ως «κεντρικής χώρας». Έδωσε βαρύτητα στα «μηδενικά προβλήματα με τους γείτονες», σε αντίθεση με την ξενοφοβία, εθνικισμό κλπ., που προβάλλονταν στο παρελθόν.
Λόγω της οικονομικής κρίσης που ενέσκηψε στην Τουρκία το 2001, υιοθετήθηκε ένα μεταρρυθμιστικό πρόγραμμα υπό την αιγίδα του ΔΝΤ, το οποίο έβαλε την Τουρκία σε τροχιά ισορροπίας και οικονομικής ανάπτυξης και της έδωσε την ευκαιρία να απαλλαγεί από την παγκόσμια κρίση του 2008 και έτσι να γίνει πόλος έλξης για τους συμμάχους και επενδυτές της. Αυτή η εξέλιξη τη βοήθησε να αναπτύξει την περιφερειακή πολιτική της και την οικονομία της, η οποία άρχισε από τον Ozal, Yilmaz, Abdullah Gul και Erdogan.
Η εν λόγω πολιτική στηριζόταν στην ανάπτυξη του «νέο-οθωμανισμού», όπου άνθρωποι διαφορετικών θρησκειών και εθνοτικών ταυτοτήτων θα μπορούσαν να ζήσουν αρμονικά, με στόχο να αποκατασταθεί η οθωμανική ιστορία και ο πολιτισμός, ως μέρος της τουρκικής συλλογικής μνήμης. Στόχος αυτής της πολιτικής ήταν η αντιμετώπιση του Κουρδικού ζητήματος με λιγότερες εθνικιστικές πολιτικές και για να γίνει η Τουρκία πιο δραστήρια στα πρώην οθωμανικά εδάφη που εκτείνονταν από Βαλκάνια, Μέση Ανατολή και Βόρεια Αφρική.
Η πολιτική του Davutoglu στόχευε η Τουρκία να καταστεί ως «κεντρική χώρα» των μουσουλμάνων, καθώς επίσης να δραστηριοποιείται επί των πρώην κατακτήσεων της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και να έχει ανάμειξη σε Βαλκάνια, Υπερκαυκάσια, Μαύρη Θάλασσα, Κεντρική Ασία, Μέση Ανατολή και Βόρεια Αφρική.
Βέβαια, αυτοί οι στόχοι και οι επιδιώξεις της έρχονταν σε σύγκρουση με την Ευρωπαϊκή Ένωση που ήθελε να ελέγχει τη Νοτιοανατολική Ευρώπη και τη Ρωσία, στις οποίες θα έχανε την επιρροή της, ενώ η ανάμειξη της Τουρκίας σ’ αυτές τις περιοχές θα απειλούσε την ασφάλεια και σταθερότητα στην περιοχή. Αναφορικά με τις περιοχές της Μέσης Ανατολής και της Β. Αφρικής αυτή θα συγκρουόταν με Αίγυπτο, Σ. Αραβία, Ιράν, Ισραήλ, Ιράκ λόγω ανταγωνισμού για επικράτηση και έλεγχο της περιοχής.
Η πολιτική της καλής γειτονίας απέτυχε λόγω των τεταμένων σχέσεων που δημιούργησε με τους γείτονές της - Αρμενία, Συρία, Ισραήλ, Κυπριακή Δημοκρατία, Ιράν, Κούρδους και Ιράκ- στα τέλη του 2011.
Ο λόγος της αποτυχίας της τουρκικής πολιτικής οφείλεται στο γεγονός ότι αυτή δεν είχε στόχευση και ούτε κατέβαλε ιδιαίτερες προσπάθειες για επίλυση των υφιστάμενων προβλημάτων, ενώ ενεργούσε πάντοτε αφ’ υψηλού και με εγωιστικό και συμφεροντολογικό τρόπο χωρίς την ύπαρξη αμοιβαίου οφέλους. Πέραν τούτου δεν αναλάμβανε θετικές πρωτοβουλίες και πάντοτε κατηγορούσε τους αντιπάλους της, χωρίς να κοιτάζει τον εαυτό και το παρελθόν της, καθώς επίσης το εσωτερικό της κοινό, που ζει σε κατώτερα επίπεδα και πιο κάτω των επιτρεπόμενων κανόνων και επιπέδων σε πάρα πολλούς τομείς.
Η σημερινή τουρκική πολιτική τα έχει βάλει με όλο τον κόσμο στην προσπάθειά της να δημιουργήσει κατάλληλο κλίμα εθνικού και θρησκευτικού παροξυσμού, για να κερδίσει το δημοψήφισμα της 16ης Απριλίου και να επιβάλει ατομική διακυβέρνηση.
Οι πολιτικές που υιοθετεί ο Tayyip Erdogan είναι η Τουρκία να αναδειχθεί ως περιφερειακή ισλαμική υπερδύναμη και γι’ αυτό δεν διστάζει να έλθει σε ανοιχτή σύγκρουση με δυτικές χώρες, εκμεταλλευόμενος το προσφυγικό ζήτημα που, αν αυτό καταρρεύσει, η Ευρώπη θα καταληφθεί από ανεξέλεγκτες προσφυγικές ροές και οι Ευρωπαίοι πολίτες θα οδηγηθούν προς τα ακροδεξιά εθνικολαϊκιστικά κόμματα.
Πέραν, όμως, του ευρωπαϊκού μετώπου έχει ανοίξει και μέτωπο με τις ΗΠΑ που υποστηρίζουν τους Κούρδους, Ιράκ και Συρία που έλαβαν ενεργό μέρος στις μάχες κατά του 1515 και τους αποκαλεί τρομοκράτες, για να μην έχουν κανένα όφελος από αυτήν τη συμμετοχή τους, λόγω φοβίας της ότι θα δημιουργηθεί πλατύ κουρδικό μέτωπο εναντίον της. Το μόνο που πέτυχε είναι η βελτίωση των σχέσεών της με το Ισραήλ και τη Ρωσία παρά τη διακοπή τους στο πρόσφατο παρελθόν.
Τέλος, θα πρέπει να αναφέρουμε ότι κατά χρονικές περιόδους, η Τουρκία προέβη σε μαζικές εθνικές εκκαθαρίσεις κατά λαών που ζούσαν στον χώρο της (Αρμενίων, Πόντιων, Ελλήνων κλπ.) και αλλοίωσε τα δημογραφικά και πολιτιστικά τους μνημεία. Επίσης, ενσωμάτωσε την Αραβική Αλεξανδρέττα στον γεωγραφικό της κορμό. Πέραν τούτου, από το 1974 κατέχει παράνομα σημαντικό μέρος της Κυπριακής Δημοκρατίας, το οποίο διαμέλισε και εκδίωξε παράνομα από τις πατρογονικές τους εστίες τους Ελληνοκυπρίους, καταστρέφοντας συνάμα όλα τα θρησκευτικά και πολιτιστικά τους μνημεία.
Παρά τα ανωτέρω, λόγω της γεωπολιτικής της θέσης, οι μεγάλες δυνάμεις διατηρούν καλές σχέσεις μαζί της.
Εκτός τούτου, αυτή παράγει αρκετά τρόφιμα για να θρέψει τον πληθυσμό της και ελάχιστες μικρές ποσότητες γεωργικών προϊόντων εισάγει. Διαθέτει σημαντικά αποθέματα βιομηχανικών προϊόντων με εξαίρεση το πετρέλαιο, φυσικό αέριο και λιθάνθρακα που έχει μεγάλη ανάγκη. Οι εξαγωγές της σε αυτοκίνητα, υφάσματα, ρούχα, χάλυβα και ελαφρά μηχανήματα φθάνουν το 90% των εξαγωγών της.
Το ΑΕΠ έχει φθάσει στο 1.104 δις δολάρια και είναι η 17η οικονομία στον κόσμο, ενώ το κατά κεφαλήν εισόδημα των Τούρκων ανέρχεται στις 15.180 δολάρια.
ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΣ ΜΕΡΑΚΛΗΣ




