Μέρος Α'
Ο καθηγητής William Hale ασχολήθηκε με τη σύγχρονη πολιτική της Τουρκίας και τις διεθνείς της σχέσεις από το 1774 μέχρι το 2000, δίνοντας σ’ εμάς την ευχέρεια να κατανοήσουμε τα κίνητρα και τη διπλωματία της, αλλά εμείς κάναμε προέκταση μέχρι τώρα. Η Τουρκική Δημοκρατία και η ύστερη Οθωμανική Αυτοκρατορία τοποθετείται μέσα στο διεθνές σύστημα ως μια μεσαία δύναμη.
Από τον 19ο αιώνα η προσοχή της στράφηκε στην αύξηση του πληθυσμού της, τους οικονομικούς πόρους, τη στρατιωτική της δύναμη και ισχύ, το επίπεδο ανάπτυξης και στις σχέσεις και κινήσεις της μέσα στο διεθνές σύστημα, και ποια στάση και ουδετερότητα θα τηρούσε στα εκάστοτε αναφυόμενα διεθνή προβλήματα.
Η εξωτερική της πολιτική κινήθηκε ως εξής:
*Από τα τέλη του 19ου αιώνα μέχρι το 1914 και από το 1939 μέχρι τα τέλη της δεκαετίας του 1980, η Τουρκία ήταν ένα απειλούμενο κράτος από άλλες δυνάμεις και από εσωτερικές εθνοτικές εξεγέρσεις.
*Το 1914-1918 ενεπλάκη χωρίς λόγο στον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο και μεταξύ 1919-1922 παρέμεινε εγκλωβισμένη σ’ έναν αγώνα για επιβίωση και κάτω από αυτές τις συνθήκες αναζητούσε συμμαχίες με μια μεγάλη δύναμη.
*Τις περιόδους 1923-1939 και μετά το 1990 η εξωτερική απειλή εναντίον της μειώθηκε σημαντικά.
Η περίοδος του 19ου αιώνα, η οθωμανική εξωτερική πολιτική ήταν αμυντική και στόχος της ήταν η προστασία των εδαφών της στην Ευρώπη που διατηρούσε η Αυτοκρατορία. Η κύρια απειλή εναντίον της προερχόταν από τη Ρωσία, και από την εμφάνιση των εθνικιστικών από τις χριστιανικές κοινότητες στα Βαλκάνια και από τον υποτελή του σουλτάνου Mehmet Ali pasa (1831 και 1841). Κάτω από αυτές τις απειλές, οι Οθωμανοί ηγέτες έπρεπε να επιλέξουν συμμαχίες και κατά την περίοδο των Ναπολεόντειων Πολέμων αυτοί άλλαξαν τέσσερεις φορές συμμάχους (Ρωσία 1833 και Βρετανία, Αυστρία, Πρωσία και Ρωσία 1844).
Η συμμετοχή της στο κλαμπ των μεγάλων δυνάμεων έφτασε στο απόγειό της με την εισδοχή της στη συμμαχία της Βρετανίας και Γαλλίας το 1854, και την ενέταξε στον πόλεμο κατά της Κριμαίας. Αυτή ατόνησε επειδή υπεγράφη η Συνθήκη του Βερολίνου (1878) και η Οθωμανική Αυτοκρατορία έχασε τα περισσότερα εδάφη της. Η αποτυχία της να συνάψει συμμαχία με τη Γερμανία την ανάγκασε να παραμείνει στην ουδετερότητα, παρά το γεγονός ότι το καθεστώς των Νεοτούρκων επεδίωξε να συμμαχήσει με ευρωπαϊκές δυνάμεις εκτός από τη Ρωσία. Η διαμόρφωση των συμμαχιών του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου δεν επέτρεψαν στην Αυτοκρατορία να ενταχθεί σε κάποια συμμαχία μέχρι το 1914, που εντάχθηκε σε εκείνη της Γερμανίας.
Η χρονική περίοδος μεταξύ 1918 και 1923, η τουρκική ισχύς και η επιβίωση του τουρκικού κράτους ήταν υπό αμφισβήτηση, και επιβίωσε χάρη στην εμμονή και αποφασιστικότητα του λαού της και των ηγετών της, αντιστεκόμενη στην κατοχή και τον διαμελισμό της χώρας τους. Η κούραση από τον πόλεμο της Entente την οδήγησαν σε συμφωνία με τη Γαλλία και Ιταλία, και σε συνεννόηση με το νέο σοβιετικό κράτος, όπου επήλθε ισορρόπηση ισχύος. Αυτές οι συμφωνίες τη βοήθησαν στην απομόνωση των Ελλήνων και των φιλοδοξιών τους.
Με την υπογραφή της Συνθήκης της Λωζάννης το 1923 οδηγήθηκε σε πολιτική ουδετερότητα μεταξύ των κύριων ευρωπαϊκών δυνάμεων. Η Τουρκία δεν είχε πολλά αλύτρωτα εδάφη και η ισχύς της Ρωσίας μειώθηκε λόγω των εσωτερικών ταραχών, και έτσι η Τουρκία για πρώτη φορά δεν απειλείτο από αυτή.
Παρά τη σύσταση της Κοινωνίας των Εθνών, η ειρήνη δεν επικράτησε και η Τουρκία άρχισε να διακρίνει απειλή για την ασφάλειά της από τις Ιταλία και Γερμανία. Η αποτυχία της να συνάψει συμμαχία με τις δυνάμεις των Βαλκανίων το 1934 την έστρεψε προς ΕΣΣΔ, Βρετανία και Γαλλία, με στόχο να αποκτήσει ασφάλεια και ειρήνη στα Βαλκάνια. Αυτή απέτυχε λόγω του γερμανοσοβιετικού συμφώνου τον Αύγουστο του 1939. Τον Οκτώβρη του ίδιου χρόνου συμμετείχε στη συμμαχία Βρετανίας και Γαλλίας.
Ο Ismet Inonu, κατά τη διάρκεια του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, ήταν έτοιμος να συνεργασθεί με τους Βρετανούς και Γάλλους εναντίον της Ιταλίας, εάν ο Μουσολίνι έμπαινε στον πόλεμο. Αυτή η συνεργασία ναυάγησε λόγω της κατάρρευσης της Γαλλίας στο μέτωπο και έτσι οι Τούρκοι παρέμειναν ουδέτεροι λόγω και της διαφωνίας Βρετανών και Αμερικανών. Λόγω των απειλών ότι η Τουρκία θα καταστεί δορυφόρος του Συμφώνου της Βαρσοβίας και της Σοβιετικής Ένωσης αλλά και του πολέμου Κορέας, οι Αμερικανοί άλλαξαν γνώμη για τον μη διασκορπισμό των δυνάμεών τους και έτσι ενέταξαν Ελλάδα και Τουρκία στο ΝΑΤΟ. Η κρίση της Κύπρου το 1964 διατάραξε τις σχέσεις Τουρκίας και ΗΠΑ.
Ο Bulent Ecevit το 1978-1979 ακολούθησε πιο ανεξάρτητη πολιτική, αλλά τα επιχειρήματα υπέρ της παραμονής στο ΝΑΤΟ υπερίσχυσαν λόγω και του Ψυχρού Πολέμου. Τόσο για την Κύπρο όσο και για τη Μέση Ανατολή ακολούθησε δική του πολιτική. Οι προσπάθειες της Τουρκίας να γίνει μέλος της Ευρωπαϊκής Οικονομική Κοινότητας το 1963 έδωσαν νέες διαστάσεις στις σχέσεις της με τις δυτικές χώρες.
Το τέλος του Ψυχρού Πολέμου της έδωσε τη δυνατότητα να εγκαταλείψει τη δυτική συμμαχία, λόγω και του γεγονότος ότι εξέλιπε και ο κίνδυνος από πλευράς ΕΣΣΔ, τότε οι δυτικές χώρες της έδωσαν νέους ρόλους και νέα πεδία δράσης σε Βαλκάνια και σε χώρες της πρώην ΕΣΣΔ και στη Μέση Ανατολή. Παρ' όλ' αυτά, η εσωτερική πολιτική αστάθεια και οικονομική κατάσταση δεν της επέτρεψαν να εφαρμόσει αποτελεσματική στρατηγική.
Οι πρόεδροι των ΗΠΑ George Bush και Bill Clinton έθεσαν σαν προτεραιότητά τους τη διατήρηση καλών σχέσεων με την Τουρκία, επειδή αυτές διαταράχθηκαν κατά τη διάρκεια της διακυβέρνησης Erbakan (1996 - 1997). Η Τουρκία υπήρξε συνεργάσιμη στις πολεμικές επιχειρήσεις του ΝΑΤΟ στην πρώην Γιουγκοσλαβία, καθώς επίσης διαδραμάτισε σημαντικό ρόλο στην κρίση του Κόλπου 1990-1991 και στο Ιράκ.
ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΣ ΜΕΡΑΚΛΗΣ




