Κι ενώ σε κάποια φάση φάνηκε ότι η λύση του Κυπριακού στη βάση μιας «ΔΔΟ με το σωστό περιεχόμενο» ήταν αποδεκτή από τη μεγάλη πλειοψηφία των ελληνοκυπριακών κομμάτων, στη συνέχεια τα πράγματα άλλαξαν. Σήμερα τα περισσότερα κόμματα, ανεξαρτήτως δύναμης, θεωρούν τη λύση αυτή ως ανάθεμα κι απαρχή της τουρκοποίησης της Κύπρου. Είναι καθαρό πως ύστερα από τόσες δεκαετίες που υπάρχει το Κυπριακό δεν καταφέραμε να συμφωνήσουμε μεταξύ μας και να αγωνιστούμε όλοι μαζί για την επίτευξη της πιο σωστής λύσης. Το πιο οδυνηρό είναι ότι ένα τόσο ουσιαστικό θέμα για την ύπαρξη του Ελληνισμού στον τόπο αυτό γίνεται αντικείμενο συνεχούς κομματικής διαμάχης, αν όχι κι εκμετάλλευσης. Και μόλις τώρα άρχισε η επόμενη προεδρική προεκλογική καμπάνια!

Όπως παρατήρησα κι αλλού, εμείς οι τεχνοκράτες εισηγηθήκαμε προς την πολιτική ηγεσία από πολύ νωρίς (1975/76) την ανάγκη δημιουργίας στο εσωτερικό μέτωπο εκείνων των προϋποθέσεων ενότητας κι αντοχής για τον διαφαινόμενο μακροπρόθεσμο αγώνα μετά την τουρκική εισβολή. Αυτή η ανάγκη συνεχίζει να ισχύει και σήμερα, ιδιαίτερα μετά τη συνεχή επιβεβαίωση των επεκτατικών τουρκικών προθέσεων και στην περίπτωση της Κύπρου.

Δυστυχώς, ως Ελληνισμός υποτιμήσαμε διαχρονικά το όραμα της Τουρκίας για επανασύσταση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας (επαναφορά της Τουρκίας ως ενδιαφερόμενου Μέρους με τις Συμφωνίες Ζυρίχης-Λονδίνου, πρακτική ανάμειξή της κι εισβολή στην Κύπρο με αφορμή διάφορα περιστατικά που προκάλεσε η δική μας πλευρά με αποκορύφωμα το Πραξικόπημα κατά του Μακαρίου). Έτσι, η σφυρηλάτηση και σήμερα στο εσωτερικό των προϋποθέσεων για μακροχρόνιο αγώνα είναι απαραίτητη.

Πέραν τούτου, όμως, όλα τα Κόμματα κι όλοι μας θα πρέπει, αντί κριτικής στις ενέργειες άλλων, να εργαστούμε για την επεξεργασία εποικοδομητικών εισηγήσεων ως προς το πρακτέον τόσο γενικά όσο και σε συγκεκριμένες περιπτώσεις. Θεσμοί, όπως το Εθνικό Συμβούλιο κι οι Ομάδες Εργασίας, στις οποίες συμμετέχουν εκπρόσωποι των Κομμάτων και ειδικοί, θα πρέπει να ασχοληθούν συστηματικά με το θέμα. Επίσης, θέμα ιδιαίτερης μελέτης τους θα πρέπει να είναι η παρακολούθηση των εξελίξεων τόσο διεθνώς όσο και στην περιοχή, που έχουν σχέση ή επηρεάζουν την πολιτική μας στο Κυπριακό.

Προσωπικά, θεωρώ την ιδιότητα της Κυπριακής Δημοκρατίας ως ισότιμου Μέλους της Ε.Ε. ως την πιο ασφαλή ασπίδα έναντι των αδηφάγων βλέψεων της Τουρκίας. Περιέγραψα κι άλλοτε πώς ξεκινήσαμε την ευρωπαϊκή μας πορεία εν μέσω πολλών αμφισβητήσεων και αμφιβολιών στο εσωτερικό και στις Βρυξέλλες. Όμως, μέχρι τώρα δεν καταφέραμε να απαλλάξουμε «το μικρό πουλάκι, την Κύπρο, από τα νύχια του αρπακτικού τεράστιου αετού», όπως χαρακτηρίσαμε τότε την πράξη της εισβολής.

Παρ' όλα τα εσωτερικά προβλήματα της ΕΕ (Μπρέξιτ, οικονομική κρίση, αναζήτηση άλλων τρόπων λειτουργίας της-λειτουργία πολλών ταχυτήτων), δεν είμαι βέβαιος εάν έχουμε αξιοποιήσει πλήρως τις δυνατότητες που μας παρέχει αυτή η ιδιότητά μας. Βέβαια, δεν ισχυρίζομαι ότι είναι εύκολη υπόθεση αν λάβει κανείς υπ' όψιν τα πολλαπλά προβλήματα που απασχολούν τα Κράτη-Μέλη, αλλά και τις σχέσεις τους με την Τουρκία.

Όμως, το Υπουργείο Εξωτερικών θα πρέπει να παρακολουθεί κι αναλύει την κατάσταση και να συμβουλεύει τον ΠτΔ ανάλογα. Για την πρόσφατη περίπτωση του τ/κυπριακού ή καλύτερα του τουρκικού αιτήματος για τις τέσσερεις βασικές ελευθερίες δεν έπρεπε να χρειαστεί η επιβεβαίωση Γιούνκερ ότι τέτοια θέματα εμπίπτουν στη δικαιοδοσία της Ε.Ε. Αυτό και πολλά άλλα θέματα, που προκύπτουν στις συνομιλίες για το Κυπριακό, θα πρέπει να παραπέμπονται στην ιδιότητα της ΚΔ ως Μέλους της Ε.Ε., στην οποία θα ενταχθούν και πρακτικά και οι Τ/Κύπριοι.

Δεν έπρεπε, επίσης, να εγκαταλείψουμε την αξιοποίηση κάποιων μηχανισμών της Ε.Ε. και των Η.Ε. για διαφύλαξη βασικών αρχών κι ανθρωπίνων δικαιωμάτων, που παραβιάζονται στην περίπτωση της Κύπρου. Τόσο στο Σύνταγμα του 1960 (Άρθρα 6-35) όσο και στην Ευρωπαϊκή Σύμβαση για προάσπιση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, που υπέγραψε η ΚΔ (Νόμος 39/62), προστατεύονται τα ανθρώπινα δικαιώματα χωρίς διάκριση. Σύμφωνα με τη Σύμβαση, τα ανθρώπινα δικαιώματα/ελευθερίες είναι για όλους τους πολίτες και ο επηρεασμός τους οδηγεί σε ανεπίτρεπτη παραβίαση ατομικού δικαιώματος.

Δεν ξέρω γιατί αναστείλαμε τις προσπάθειές μας για διεκδίκηση των δικαιωμάτων μας, που παραβιάστηκαν κατάφωρα από την εισβολή, μετά μάλιστα από την καταδίκη της Τουρκίας από το ΕΔΑΔ στην περίπτωση Τιτίνας Λοϊζίδου. Ακόμη κι αν συναντήσαμε κάποιες δυσκολίες σε επόμενες προσφυγές, έπρεπε να ενθαρρύνουμε και βοηθήσουμε τέτοιες ενέργειες. Δεν πρέπει να ξεχνούμε ότι τέτοιες αποφάσεις δεν αφορούν μόνο τα προσφεύγοντα άτομα, αλλά και το γενικότερο δημόσιο συμφέρον. Αυτές οι αποφάσεις δεσμεύουν επίσης όλους (ΗΕ, ΕΕ).

Είναι με αυτόν τον τρόπο που και τα Η.Ε. κι η Ε.Ε. θα πάρουν πιο σοβαρά τον ρόλο τους απ' ότι μέχρι τώρα και θα σταματήσουν τον ρόλο του αδιάφορου μεσολαβητή τα μεν ή του «βρέστε τα εσείς κι εμείς θα τα υιοθετήσουμε ως πρωτογενές δίκαιό μας» τα δε. Η τακτική αυτή οδηγεί σε συνεχείς παραχωρήσεις από μέρους της αδύνατης πλευράς. Ιδιαίτερα μετά την ένταξη της ΚΔ στην Ε.Ε. το 2004 γιατί να μην αναλάβει η ίδια την ασφάλεια για όλους τους κατοίκους της Κύπρου υπό τις ευλογίες των Η.Ε.

Αυτό θα αποτελούσε μια πρόκληση και θα εξύψωνε το κύρος της Ε.Ε. ως θεσμού, που λειτουργεί εύρυθμα κάτω από οποιεσδήποτε διαφοροποιημένες συνθήκες παρουσιαστούν στα Κράτη-Μέλη της. Και να μην ξεχνούμε ότι ολόκληρη η Κύπρος είναι Μέλος της Ε.Ε.

ΔΡ ΙΑΚΩΒΟΣ ΑΡΙΣΤΕΙΔΟΥ
Πρώην Υπουργός
Πρώην Γενικός Διευθυντής Γραφείου Προγραμματισμού
www.iacovosaristidou.com