Η ψήφος μας θα πρέπει να δοθεί στον υποψήφιο που σταθερά διαφωνούσε με την επιλογή της υποταγής και των καταστροφικών υποχωρήσεων

Οι επιδιώξεις της Τουρκίας αναφορικά με τη μορφή της λύσης που θέλει να επιβάλει στην Κύπρο παραμένουν σταθερές και αναλλοίωτες από το 1974 μέχρι και σήμερα. Σταθερή επιδίωξη της Τουρκίας είναι μια μορφή λύσης που θα της παρέχει τη δυνατότητα να ελέγχει ολόκληρη την Κύπρο. Πρωταρχικής σημασίας για την Τουρκία είναι ο διοικητικός έλεγχος των θεσμών που θα δημιουργηθούν και των αποφάσεών τους.

Αυτό επιτυγχάνεται διά της αριθμητικής ισότητας και διά των βέτο που έχει ήδη εξασφαλίσει. Ει δυνατόν, όμως, θέλει να έχει και τον στρατιωτικό έλεγχο της Κύπρου κάτι που θα μπορούσε να επιτευχθεί είτε διά της εξασφάλισης εγγυητικών/επεμβατικών δικαιωμάτων είτε διά της δημιουργίας στρατιωτικής βάσης. Η Τουρκία ποτέ δεν προσπάθησε να αποκρύψει τις επιδιώξεις της και αυτό οφείλουμε να της το αναγνωρίσουμε.

Οι στοχεύσεις της Τουρκίας διεφάνησαν αμέσως μετά την εισβολή, όταν στις 10.12.74 ο Ντενκτάς δήλωσε ότι ο στόχος ήταν η δημιουργία ενός νέου Ομόσπονδου κράτους με διζωνική μορφή. Τόσο ξεκάθαροι ήταν οι Τούρκοι αναφορικά με τη μορφή λύσης που επεδίωκαν, ώστε ο Μακάριος, αντιλαμβανόμενος ότι δεν αφήνονταν περιθώρια κατάληξης σε μια υποφερτή και βιώσιμη λύση, απεφάσισε από το 1977 να προειδοποιήσει τον κυπριακό λαό ότι ο αγώνας του για να φτάσει σε δικαίωση θα ήταν μακροχρόνιος.

Οι γνωστοί, κοντόφθαλμοι, πιστοί στη φιλοσοφία του αυτομαστιγώματος, κατηγορούν τον Μακάριο ότι λανθασμένα κήρυξε τον μακροχρόνιο αγώνα, διότι δεν μπόρεσε να διαβλέψει ότι τα τετελεσμένα θα εδραιώνονταν διά της παρόδου του χρόνου. Ο ισχυρισμός αυτός δείχνει παντελή αδυναμία αντίληψης της πραγματικότητας, δηλ. της τουρκικής αδιαλλαξίας

. Αυτοί οι άνθρωποι, στο πλαίσιο ενός άκρατου και αδικαιολόγητου ευσεβοποθισμού, αρνούνται να πιστέψουν αυτά που ψυχρά και σταράτα διαλαλούν οι Τούρκοι και επιμένουν να έχουν την ψευδαίσθηση ότι οι Τούρκοι θα υποχωρήσουν στις διαπραγματεύσεις. Βασιζόμενοι, λοιπόν, σε ψευδαισθήσεις ισχυρίζονται ότι, αν ο Μακάριος δεν κήρυττε τον μακροχρόνιο αγώνα, το πρόβλημα θα επιλύετο από το 1977. Αν, όμως, έτσι είχαν τα πράγματα, γιατί δεν λύθηκε όταν Πρόεδρος ήταν ο Βασιλείου ή ο Κληρίδης ή ο Χριστόφιας ή ο Αναστασιάδης;

Εν πάση περιπτώσει, ο χρόνος και οι εξελίξεις απέδειξαν περίτρανα πόσο δίκαιο είχε ο Μακάριος στις εκτιμήσεις του. Πέρασαν 43 σχεδόν χρόνια από την εισβολή, εκ των οποίων είχαμε Προέδρους «λύσης» στα 25 εξ αυτών, αλλά δεν βρέθηκε λύση, διότι η Τουρκία εξακολουθεί να έχει τις ίδιες επιδιώξεις και να είναι το ίδιο αδιάλλακτη. Δυστυχώς, η Τουρκία έχει την πολυτέλεια να «το παίζει» εκ του ασφαλούς, βάζοντας στους Ε/κ το δίλημμα είτε να αποδεχθούν υποταγή στις διεκδικήσεις της είτε να αποδεχθούν τα τετελεσμένα που, όντως, όσο περνάει ο χρόνος παγιώνονται ακόμα περισσότερο.

Στο πιο πάνω δίλημμα, οι Κυβερνήσεις Χριστόφια και Αναστασιάδη επέλεξαν την πρώτη επιλογή. Επέλεξαν τη σταδιακή υποταγή με τη φιλοσοφία του «να σώσουμε ό,τι σώζεται», αφού θεωρούσαν ότι η δεύτερη επιλογή, αυτή της παρόδου του χρόνου χωρίς λύση, ήταν χειρότερη της υποταγής. Και οι δύο αυτές Κυβερνήσεις απεδείχθησαν ανίκανες να αντιληφθούν ότι η επιλογή της υποταγής στις επιδιώξεις της Τουρκίας συνεπάγεται, ταυτόχρονα, όχι μόνο την παγίωση αλλά και τη νομιμοποίηση των τετελεσμένων και ότι τίποτε δεν μπορεί να περισωθεί ενόσω η Τουρκία, χωρίς να υπόκειται κόστος, δεν έχει λόγο να «δώσει» οτιδήποτε.

Εθελοτυφλούσαν, ποντάροντας σε κατά φαντασίαν προοδευτικούς Τ/κ ηγέτες, όπως ήταν ο Ταλάτ και ο Ακιντζί, ανίκανοι να αντιληφθούν ότι δεν θα ήταν ποτέ δυνατόν να μπορέσει να σταθεί ανάμεσα στην τ/κ κοινότητα ηγέτης που δεν θα ήταν φερέφωνο της Τουρκίας από τη στιγμή που η Τουρκία ελέγχει στρατιωτικά, οικονομικά αλλά και διοικητικά (διά των εποίκων) το μόρφωμα των κατεχομένων.

Προέβαιναν σε συνεχείς υποχωρήσεις, καταργώντας κατ’ επανάληψη πάγιες κόκκινες γραμμές της πλευράς μας (π.χ. αποδεχόμενοι την παραμονή των εποίκων, την παραμονή αριθμού στρατευμάτων για απροσδιόριστο χρόνο, την εξίσωση του ιδιοκτήτη με τον χρήστη, την πενταμερή διάσκεψη, την εξίσωση του Προέδρου της Δημοκρατίας στη διεθνή διάσκεψη της Γενεύης με τον κατοχικό Τ/κ ηγέτη κ.τ.λ.), πιστεύοντας ότι έτσι θα μπορούσαν να εξευμενίσουν το «θηρίο». Όλες αυτές οι υποχωρήσεις αποτελούν πλέον «κεκτημένα» των διαπραγματεύσεων και ένας Θεός ξέρει πώς θα μπορέσουμε να τα ξεπεράσουμε στο μέλλον.

Και ερχόμαστε στο τώρα. Τώρα που έφτασε ο χρόνος της προεκλογικής περιόδου. Και τι βλέπουμε; Βλέπουμε έναν Πρόεδρο που προσπαθεί να δείξει μιαν αποφασιστικότητα έναντι των τουρκικών προκλήσεων που ποτέ στα 4 προηγούμενα χρόνια δεν έδειξε. Βλέπουμε έναν Πρόεδρο που προσπαθεί να δείξει ότι είναι έτοιμος να υπερασπιστεί την αξιοπρέπεια του λαού και του κράτους του. Εγείρεται, όμως, το ερώτημα: Μήπως αυτή η αλλαγή στάσης του Προέδρου αποτελεί όψιμη μεταμέλεια;

Γιατί να θεωρήσουμε ότι η αλλαγή στάσης είναι ειλικρινής και δεν είναι ένα προεκλογικό τέχνασμα του Προέδρου, όταν στα 4 προηγούμενα χρόνια επέλεγε να υποχωρεί σε κάθε τουρκική αξίωση (π.χ. Μπαρμπαρός, Μον Πελεράν, συμφωνία του δείπνου, πενταμερής της Γενεύης κ.α.). Δυστυχώς, η δυσχερέστατη θέση στην οποία ευρισκόμαστε σήμερα ένεκα της πολιτικής Χριστόφια - Αναστασιάδη, δεν μας επιτρέπει να δώσουμε την ψήφο μας, για να αγοράσουμε ελπίδα.

Δυστυχώς, για τον Πρόεδρο τα 4 χρόνια της θητείας του είναι ένα πολύ μεγάλο δείγμα γραφής της πολιτικής του που δεν μπορεί να διαγραφεί σε 11 μήνες προεκλογικής μεταμόρφωσης. Η ψήφος μας θα πρέπει να δοθεί στον υποψήφιο που σταθερά διαφωνούσε με την επιλογή της υποταγής και των καταστροφικών υποχωρήσεων, διότι η συνέχιση της πολιτικής Χριστόφια - Αναστασιάδη οδηγεί με μαθηματική ακρίβεια στην τουρκοποίηση.

ΠΑΡΗΣ ΣΠΑΝΟΣ
Δικηγόρος