Τον περασμένο Ιούλιο, ο Παγκύπριος Ιατρικός Σύλλογος ανακοίνωνε ότι σύμφωνα «με μια μελέτη που διενεργήθηκε με επιστημονικότητα και ειλικρίνεια»… «για να εφαρμοστεί ένα λειτουργικό και αποτελεσματικό εθνικό σύστημα υγείας θα απαιτηθεί τουλάχιστον 12%-13% του ΑΕΠ».
Το ποσοστό αυτό είναι υπερδιπλάσιο του ποσοστού που προκύπτει από τους υπολογισμούς του ΟΑΥ. Για να χρηματοδοτηθεί αυτό το κόστος του ΓεΣΥ, η συνολική εισφορά πάνω στο εθνικό μισθολόγιο θα έπρεπε να αυξηθεί από 10% περίπου, που προβλέπουν οι υπολογισμοί του ΟΑΥ, σε 22%!
Λαμβάνοντας υπ' όψιν ότι το 25% περίπου των υπηρεσιών υγείας δεν θα καλύπτονται από το ΓεΣΥ, οι συνολικές δαπάνες υγείας ως ποσοστό του ΑΕΠ, με βάση τους υπολογισμούς του ΠΙΣ, θα ανέλθουν, από 7,5% που είναι σήμερα, στο 16%, οπότε θα μοιραζόμαστε την παγκόσμια πρωτιά μαζί με τις ΗΠΑ! Πρόκειται για εξωφρενικά διογκωμένους υπολογισμούς, οι οποίοι, παρά την «επιστημονικότητά» τους, δεν είναι δυνατόν να είχαν σχέση με την κυπριακή πραγματικότητα.
Τώρα, με βάση την τελευταία μελέτη που διεξήγαγε για λογαριασμό του η Deloitte, η απαίτηση του ΠΙΣ είναι η Κύπρος να αυξήσει τη δαπάνη για την υγεία στα 9%-10% του ΑΕΠ. Η μελέτη δεν δόθηκε στη δημοσιότητα και όσα γνωρίζουμε γι’ αυτήν είναι ό,τι διαρρέει ο ΠΙΣ στα ΜΜΕ. Γι’ αυτό θα ήταν παρακινδυνευμένη, αλλά και αντιδεοντολογική, οποιαδήποτε κριτική για τα πορίσματα της μελέτης. Όμως, ένα από τα επιχειρήματα που ο ΠΙΣ επικαλείται για την ανάγκη αύξησης της εισφοράς είναι ότι, αν δεν διαθέσουμε ποσοστό ίσο με τον μέσο όρο στην ΕΕ, που είναι 9,5% του ΑΕΠ, δεν θα είναι βιώσιμο το ΓεΣΥ.
Σύμφωνα με τη λογική του ΠΙΣ, τα συστήματα χωρών της ΕΕ που δεν διαθέτουν το ποσοστό αυτό για την υγεία (που είναι οι πιο πολλές), δεν πρέπει να είναι βιώσιμα. Ειρήσθω εν παρόδω ότι το σύστημα υγείας του γειτονικού Ισραήλ, του οποίου οι δαπάνες υγείας ανέρχονται σε 7,6% του ΑΕΠ, συγκρίνεται ευνοϊκότατα με τα καλύτερα ευρωπαϊκά συστήματα υγείας.
Προφανώς, η βιωσιμότητα ταυτίζεται με τη δυνατότητα του ΓεΣΥ να διασφαλίσει το ύψος αμοιβών που ο ΠΙΣ θεωρεί ότι πρέπει να έχουν τα μέλη του, αφού, όπως δηλώνει, η προτεινόμενη από το Υπουργείο Υγείας εισφορά θα συνεπάγεται υποβιβασμό των εισοδημάτων των γιατρών στο επίπεδο «των 1.500 ευρώ».
Ο ΠΙΣ, στην προσπάθεια να παρουσιάσει τη μελέτη της Deloitte ως θέσφατο, περιέπεσε στο ατόπημα να χαρακτηρίσει, σύμφωνα με ορισμένα δημοσιεύματα, τις προηγούμενες μελέτες ως «αναξιόπιστες» και ως μη «ποιοτικές». Οι πρώτες δυο μελέτες εκπονήθηκαν από τη Σχολή Δημόσιας Υγείας του Πανεπιστημίου του Harvard και οι άλλες δυο, πιο πρόσφατες, από τον οίκο Mercer. Νομίζω ότι και οι δυο αυτοί μελετητές δεν είναι λιγότερο αξιόπιστοι από την Deloitte.
Οι αιχμές που αφήνει ο ΠΙΣ θίγουν έμμεσα και την αξιοπιστία του Υπουργείου Υγείας και του Οργανισμού Ασφάλισης Υγείας, οι οποίοι έχουν υποχρέωση να υπερασπιστούν δημόσια τις βάσεις πάνω στις οποίες στήριξαν τις προτάσεις τους για τη χρηματοδότηση του ΓεΣΥ.
Αλλά και ο ΠΙΣ οφείλει να δημοσιεύσει τη μελέτη της Deloitte, για να τη θέσει υπό την κρίση των ενδιαφερομένων και να πείσει την κοινή γνώμη για την ορθότητα των συμπερασμάτων της, εφόσον, με βάση αυτά, εισηγείται αναστολή της ψήφισης της Νομοθεσίας και αναθεώρηση βασικών πτυχών του ΓεΣΥ. Τέλος, προδιαγραφές για το ποσοστό πόρων που θα διαθέσει μια χώρα για την υγεία δεν υπάρχουν. Είναι θέμα δυνατοτήτων της οικονομίας της και στάθμισης όλων των αναγκών της κοινωνίας της.
Με την ευκαιρία θα ήθελα να σχολιάσω το νεοφανές αίτημα για εξαίρεση εργοδοτών από το ΓεΣΥ, με το αιτιολογικό ότι «τα υφιστάμενα προγράμματα ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης που προσφέρουν στους υπαλλήλους τους είναι και επιτυχώς δοκιμασμένα και πολύ χαμηλότερα (στο ήμισυ) σε κόστος». Για να μπορεί να θεωρηθεί ένα πρόγραμμα ότι είναι επιτυχές και πολύ χαμηλότερο σε κόστος, ώστε να δικαιολογείται η εξαίρεσή του, πρέπει πρώτα απ’ όλα να προσφέρει το ίδιο ακριβώς πακέτο υπηρεσιών υγείας, και με τους ίδιους όρους, με αυτό που θα προσφέρει το ΓεΣΥ.
Να καλύπτει τους εν ενεργεία και τους αφυπηρετήσαντες υπαλλήλους του εργοδότη και τους εξαρτωμένους τους, περιλαμβανομένων και αυτών που πάσχουν από σοβαρές ή χρόνιες ασθένειες. Εκτός αν εννοούν, ότι όλοι αυτοί θα «φορτώνονται» στο ΓεΣΥ, δηλ. στους υπόλοιπους εργοδότες και εργαζόμενους. Δυσκολεύομαι να πιστέψω ότι το πακέτο υπηρεσιών που θα προσφέρει το ΓεΣΥ μπορεί να καλυφθεί στο επίπεδο της επιχείρησης, όσο μεγάλη και αν είναι, με επιβάρυνση χαμηλότερη από το 2,85%, που ο εργοδότης θα πληρώνει στο ΓεΣΥ. Εν πάση περιπτώσει, η μνεία και μόνο τέτοιου αιτήματος μπορεί να ανοίξει τον ασκό του Αιόλου? πόσω μάλλον η συζήτησή του.
Όλοι οι υψηλόμισθοι (κρατικοί και ημικρατικοί υπάλληλοι, τραπεζικοί κ.ά.) που μπορούν να εξασφαλίσουν την ιατροφαρμακευτική περίθαλψη που θα τους παρέχει το ΓεΣΥ με πολύ πιο χαμηλό ποσοστό εισφοράς, θα έχουν κάθε λόγο να ζητήσουν εξαίρεση και να ιδρύσουν χωριστά συστήματα υγείας. Οπότε, πού πάει η αλληλεγγύη και πώς επιβιώνει ένα σύστημα με μέλη μόνο τούς οικονομικά αδύνατους.
Άλλωστε, η εξαίρεση ή μη από ένα εθνικό σύστημα υγείας αφορά πρωτίστως τους άμεσα ενδιαφερομένους, που δεν άλλοι από τους ίδιους τους υπαλλήλους των περί ων ο λόγος επιχειρήσεων. Και στην επιλογή, εκείνο που μετρά είναι η ασφάλεια και η συνέχεια του δικαιώματος στην περίθαλψη, που υπό τις συνθήκες της Κύπρου δεν μπορεί να διασφαλιστεί, παρά μέσα στο πλαίσιο του ΓεΣΥ.
Εν κατακλείδι, διερωτάται κανείς, αν η ρητορική του ενδιαφέροντος ορισμένων για ένα σύστημα υγείας, που πάνω απ’ όλα θα εξυπηρετεί τα συμφέροντα των ασθενών, δεν είναι παρά μια τακτική τού περί χρημάτων αγώνος.
ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ Δ. ΓΙΑΛΛΟΥΡΟΥ




