Φόβος, ανασφάλεια και πάλιν φόβος. Ακαταμάχητος παραμένει όμως για πάντα ο φόβος; «Φοβόμαστε», έγραψε σ’ ένα άρθρο του ο Τουρκοκύπριος Σενέρ Λεβέντ στην εφημερίδα «Πολίτης» στις 18 του Γενάρη 2017. Αυτό το «φοβόμαστε», βέβαια, που χρησιμοποίησε ο αρθρογράφος, σε αυτή την περίπτωση, απευθυνόταν προς τους Τουρκοκυπρίους και πολύ συνδεδεμένο είναι με τον φόβο που αισθάνεται ένας οποιοσδήποτε σφετεριστής.

Απέναντι, βέβαια, από τον φόβο των ενόχων και των σφετεριστών, υπάρχει ο άλλος φόβος, ο φόβος της αυτοσυντήρησης, ο φόβος δηλαδή ο φυσιολογικός, ο φόβος που αισθάνονται οι άνθρωποι κι όσοι αναπνέουν σε αυτή τη γη.
Στην αρχαία τραγωδία ο φόβος κυριαρχεί στα γραφόμενα των ποιητών και φιλοσόφων και με τρόπο μάλιστα παραστατικό. Στην Ιλιάδα ο Δόλωνας, ο Τρώας κατάσκοπος, τρέμει από φόβο: «Τα δόντια του χτυπούν».

Στο έργο του Αισχύλου, με κάποια εξαίρεση τις Χοηφόρους και τις Ευμενίδες, τα αισθήματα φόβου ποικίλουν. Στο έργο του Σοφοκλή, του Ευριπίδη, το ίδιο. Εντυπωσιακή είναι η φράση του Επίκτητου που έλεγε: «Να μη φοβάστε, ούτε τις αρρώστιες, ούτε τον πόνο, ούτε τον θάνατο, να φοβάστε τον φόβο»!

Πολύ κοντά στα δικά μας χρόνια ο Μαρωνίτης διανοούμενος και ποιητής Χαλίλ Γκιμπράν, στο βιβλίο του «Προφήτης», πολλές εξηγήσεις έδωσε για τον φόβο, που πηγή είναι αστάθειας και επιπλέον λόγος ανησυχίας: «Ποιος έχτισε τους τοίχους γύρω σου και σε περιόρισε; Ο φόβος…».

«Μέσα μας υπάρχει μια ενόχληση», τονίζει στο αναφερόμενο άρθρο του ο Σ. Λεβέντ, «λόγω του ότι ζούμε σε χώματα που γνωρίζουμε ότι δεν είναι δικά μας. Και δεν είναι μόνη η ενόχληση. Είναι φόβος και ανησυχία. Είμαστε όπως ένας κλέφτης και εγκληματίας που νιώθει συνεχώς μέσα του το αίσθημα της ενοχής και φοβάται ότι θα συλληφθεί ανά πάσα στιγμή… Φοβόμαστε», πρόσθεσε ακόμα, «επειδή ζούμε σε εδάφη που γνωρίζουμε ότι δεν είναι δικά μας. Μας κατατρώει το αίσθημα της ενοχής το οποίο μεταβιβάζουμε από γενιά σε γενιά».

Μια από τις λέξεις αδελφές του φόβου είναι και η λέξη ανασφάλεια, λέξη που συχνά χρησιμοποιεί ο Τουρκοκύπριος κατοχικός τοποτηρητής Μουσταφά Ακιντζί, όπως και όλοι οι προκάτοχοί του εξ άλλου.

Αλλά γιατί τόσο πολύ, λοιπόν, φοβάται ένα κουνούπι ένας άνθρωπος που περιστοιχίζεται από 40.000 στρατιώτες; Γιατί φοβάται όταν έχει δίπλα του έναν λαό 80 εκατομμυρίων ατόμων, οι οποίοι κατοικούν σ’ έναν χώρο 783.562 τετραγωνικών χιλιομέτρων;

Μέχρι και τώρα, εκδιωγμένοι από την Κωνσταντινούπολη Έλληνες διηγούνται πως, παρ' όλο που η πόλη τους σε άλλα έπεσε χέρια από τις 29 Μαΐου 1453, οι κατακτητές της που πήραν τη θέση των γηγενών κατοίκων της, καθώς και οι απόγονοί τους, δεν αισθάνονται άνεση, σιγουριά, ούτε και ασφάλεια στα μέρη που κατοικούν, όπως ακριβώς και οι Τούρκοι στους οποίους αναφέρεται ο Σ. Λεβέντ.

Γι’ αυτόν τον φόβο για τον οποίο μίλησε ο Τουρκοκύπριος συμπατριώτης, πολλά έγραψε σ’ ένα βιβλίο του κι ένας εξαίρετος επιστήμονας, ο Νεοκλής Σαρρής, ο οποίος πολλά γεγονότα έζησε στην Πόλη όπου γεννήθηκε και πολλά-πολλά είδε.
Στην εισαγωγή του βιβλίου του «Η άλλη πλευρά» γράφει ότι είχε διαπιστώσει πως οι Τούρκοι στην Τουρκία «αισθάνονται ανήσυχοι», και ότι η ανησυχία τους αυτή «δεσπόζει στην συνείδησή τους και συνθέτει το ψυχικό τους δράμα, αξεπέραστο με τους αιώνες».

Και εξηγεί: «Η βαθύτατη ανησυχία των εκπηγάζει από την υποσυνείδητη γνώση των ότι έχουν σφετεριστεί αλλότρια πατρίδα, χώρα που δεν τους ανήκει, ότι κατά βάθος πιστεύουν ότι δεν είναι κύριοι του εδάφους που πατούν, και ότι το έδαφος αυτό χάνεται κάτω από τα πόδια των. Δεν αισθάνονται, διαισθάνονται, υποψιάζονται ότι δεν εξουσιάζουν την ιδική των πάτρια χώρα».

Αχνάρια αναρίθμητα, βαρβαρότητας ή πολιτισμού, αφήνουν οι άνθρωποι στη γη, έστω κι αν πολλά από αυτά μένουν απαρατήρητα. Ακόμα και σήμερα οι Τούρκοι της Σμύρνης ονομάζουν τη Σμύρνη «Γιαούρ Ιζμίρ». Το διάσημο ρολόι της που βρίσκεται στην πλατεία του Κονακίου και που λειτουργούσε αδιάκοπα πέραν των 115 χρόνων, μόλις πρόσφατα, το έκαναν κι αυτό «ξαφνικά» να σταματήσει, δημιουργώντας ένα επιπλέον κόμπλεξ σ’ αυτούς που του σύλησαν τον μηχανισμό, νομίζοντας πως έτσι θα του σκότωναν και τη μνήμη.

Έγραψε ακόμα ο Σενέρ Λεβέντ στον «Πολίτη» στις 9 Φεβρουαρίου 2017: «Ενώ στέκεται εκεί το Βαρώσι που το κρατάτε επί 43 χρόνια και το ταΐζετε στα φίδια, γιατί εκπλήττεστε που οι Ελληνοκύπριοι νέοι νιώθουν για εσάς μίσος και έχθρα; Εσείς εκπλήττεστε με αυτό, αλλά εγώ εκπλήττομαι με εσάς. Ούτε εγώ σας αγαπώ επειδή προσφέρατε το Βαρώσι στα φίδια. Βρίσκω πολύ απεχθή όλα όσα κάνατε για να προκαλέσετε πόνο στην απέναντι πλευρά χώνοντας στο μάτι της τα εδάφη που πήρατε…».

Στο αίσθημα του φόβου, της ανασφάλειας και του σφετερισμού επίσημη θέση τώρα έχει πάρει και το αίσθημα του μίσους. Μίσος, που στην πραγματικότητα υπήρχε, πολύ πριν χαράξουν την τεράστια τουρκική σημαία στον Πενταδάκτυλο οι εισβολείς. Ξεχνά κανείς το λεγόμενο ποίημα με τίτλο το «Μίσος», που έγραψε τις μέρες της εισβολής κάποιος ανατολίτης σχιζοφρενής που, ριγμένος σ’ έναν ωκεανό παρανοήσεων, κόαζε πως δεν θα ικανοποιηθεί, ακόμα κι αν βγάλει εκατομμύρια δόντια και κόψει εκατομμύρια ελληνικές κεφαλές;

Στις 9 Φεβρουαρίου η Επιτροπή Κατεχομένων Δήμων όταν παρουσίασε τις βασικές θέσεις της σε ό,τι αφορά το Κυπριακό, εκτός από το ότι είχε προγραμματίσει να ζητήσει «ακρόαση» από τον Πρόεδρο, είχε επίσης αξιώσει την επιστροφή όλων των προσφύγων στις προγονικές τους εστίες.

Παράδοξο είναι που ο πρόεδρος όλων αυτών των κατεχομένων δήμων δεν είχε ήδη λεπτομερώς για όλα τα περί του Κυπριακού κρατηθεί ενήμερος, πολύ πριν από τη διάσκεψη της Γενεύης. Παράδοξο επίσης είναι γιατί ο πρόεδρος μιας τέτοιας αντιπροσωπευτικής δύναμης δεν λαμβάνει και μέρος στο Εθνικό Συμβούλιο και μάλιστα σε θέση τιμής.

Είναι βέβαιο πως λύση μόνιμη, και εννοούμε ΜΟΝΙΜΗ, δεν θα υπάρξει μόνο με την επιστροφή του… Βαρωσιού. Και το Ριζοκάρπασο; Κι ο Καραβάς; Και η Μόρφου; Και η Κυθραία; Η Λύση; Η Πεντάγιυα; Το Συριανοχώρι; Η Ζώδια; Η Βουκολίδα κι όλα τα άλλα κατεχόμενα ελληνικά χωριά;

Όλες οι προτάσεις παράδοσης βασισμένες στη δύναμη των όπλων του ισχυρού δεν βρίσκουν πάντα μπροστά τους ανθρώπους που σκύβουν το κεφάλι. Ας φέρουμε στη μνήμη τον διάλογο των Μηλίων με τους Αθηναίους σχετικά με την αντιπαράθεση του δικαίου έναντι της ισχύος, διάλογο που αναφέρει ο Θουκυδίδης στο πέμπτο βιβλίο της Ιστορίας του Πελοποννησιακού πολέμου…

Τόσα λάθη κάνανε οι αρχηγοί μας, οι παλαιοί και οι σημερινοί και βέβαιο είναι πως μόνο αν σταματήσουν να επαναλαμβάνονται, κάποια ελπίδα πως θα σωθούμε, θα ξαναγεννηθεί. «Ανοχύρωτη» όπως έγραψε ο Νίκος Κρανιδιώτης ήταν η «Πολιτεία μας, ανοχύρωτη ήταν όμως τότε και η ψυχή μας, γι' αυτό και πάθαμε ό,τι πάθαμε».

Γιατί, όμως, η Πολιτεία μας ήταν ανοχύρωτη καθώς και η ψυχή μας; Τι χρειάζεται για να καταλάβουμε πως η Τουρκία λύση με ήδη νεκρούς δεν διαπραγματεύεται και λύση δεν θέλει, είτε διζωνική ομοσπονδία λέγεται αυτή είτε συνομοσπονδία;

Προσοχή όμως: Έχετε μήπως δει πως, ύστερα από 43 χρόνια σχεδόν κατοχής, βίας και άρνησης της Τουρκίας για μια δίκαιη και λογική λύση, στον Πενταδάκτυλο έχει ανάψει μια μικρή αναλαμπή κοντά στη σημαία την Τουρκική, που καθημερινά μεγαλώνει; Έχετε επίσης δει πως πολλοί έχουν αρχίσει και λέγουν ότι η χωρίς τιμή παράδοση του Ραγιά στους Τούρκους, για μια αυριανή σίγουρη σφαγή, είναι για όλο τον Ελληνισμό προδοτική;

Έχετε διαπιστώσει πως η ανένδοτη πολιτική της άλλης πλευράς, δύναμη έδωσε και τόλμη σε μια νέα ελληνοκυπριακή γενιά, η οποία σιγά-σιγά άρχισε και τολμά ώστε ούτε και τον φόβο να μη φοβάται πια;

ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΣ ΛΕΙΨΟΣ
Επίτιμος δικηγόρος στη Γαλλία. Δίδαξε το δημόσιο δίκαιο στο πανεπιστήμιο του Οράν. Διδάκτωρ Κράτους διεθνούς δικαίου καθώς και συνταγματικού δικαίου