Να σεργιανάς, μέρες αποκριάτικες μέσ’ στην τρέλα την ξέφρενη των «πρετ α πορτέ» μασκαράδων του έτοιμου ρούχου, της έμπνευσης άλλων, σου κάνει δεν σου κάνει. Χλιδάτα, αστραφτερά κουστούμια, φτερά και πούπουλα, κορώνες, πανοπλίες, στέμματα. Να σου τρυπάει το στομάχι το ψεύτικο, το άνευ λόγου κι αιτίας, γιατί, βλέπετε, το έχουμε ανάγκη το ξόδεμα. Να βάλουμε λίγη τρέλα στη ζωή μας συστήνει το εμπόριο. Το πού πάει το αληθινό, το αυθόρμητο, το αυτοσχέδιο άλλων καιρών, που η δύσκολη ζωή το πρόσταζε για να βγεις λίγο απ’ τα καθημερινά που σ’ έπνιγαν, ν’ ανασάνεις, μην το ψάχνεις.
Και ξαφνικά να σε ζεσταίνει η σκιά της μεγάλης κυρίας της ελληνικής παράδοσης. Σαν να ’ναι χθες κι ας πέρασαν κοντά είκοσι πέντε χρόνια που η Δόμνα Σαμίου ξεσήκωσε στην τάφρο, εκεί στα τείχη, μια κοσμοπλημμύρα. Γεννημένη στην Καισαριανή, τ’ αφτιά της χόρτασαν παραδοσιακό και λαϊκό τραγούδι.
Από το 1954 ώς το 1971, μια γυναίκα σ’ εκείνους τους αλλιώτικους, τους δύσκολους καιρούς να κάνει χιλιάδες χιλιόμετρα, μουσικές έρευνες σε χωριά, να βάζει ανθρώπους να παίζουν μουσική, μια ιέρεια στο Εθνικό Ίδρυμα Ραδιοφωνίας. Κορυφαία μορφή στο ξεκίνημά της, ο άρχοντας της παραδοσιακής μουσικής Σίμωνας Καρράς, αυτός την έσπρωξε στις αναζητήσεις της. Τέσσερεις χιλιάδες κομμάτια έγιναν ανεκτίμητη περιουσία για τον Ελληνισμό, από την Πελοπόννησο ώς τη Ρούμελη, την Κρήτη, τη Θράκη, τη Μακεδονία, την Ήπειρο.
Τα μάζεψε η αγάπη της για τα λαϊκά όργανα, νταούλια, τουμπελέκια, κλαρίνα, λαούτα. Ο Διονύσης ο Σαββόπουλος με το πείσμα του τη λυγίζει κι έρχεται ο διπλός ψηφιακός δίσκος «Αποκριάτικα» με γνήσια παραδοσιακά από πειρακτικά μέχρι ακατάλληλα για ανηλίκους από κάθε γωνιά της Ελλάδας. Γνήσια αληθινά ψυχογεννήματα κόσμου φτωχού, κακοπαθημένου που ξεσάλωνε με κάθε τρόπο τις δυόμισι βδομάδες απ’ την Τσικνοπέμπτη ώς την Κυριακή της Αποκριάς.
Ήταν βάλσαμο στην ψυχή της η απόφασή της να τα πετάξει όλα, θέση, μισθό, σύνταξη για να γλυτώσει από τη χούντα που της έστυβε κάθε ικμάδα της, αφού θεωρούσε τα παραδοσιακά παρακατιανά. Πορεύεται μετά στα μονοπάτια της ελληνικής παράδοσης με τα «Πασχαλινά» καταγράφοντας έθιμα της άνοιξης, τελετουργίες, μέχρι το συγκλονιστικό «Μοιρολόι της Παναγίας». Πονούσε για το παραδοσιακό τραγούδι, το στεριανό, το νησιώτικο, μέχρι και η κυπριακή βράκα βρήκε τη θέση της κάποια στιγμή στη δισκογραφία της.
Αγωνία της να σωθεί το παραδοσιακό τραγούδι. Τσεκούρι ο λόγος της για τους «επιτήδειους που εκμεταλλεύονται την παράδοση ξεφτίζοντας την αλήθεια για χάρη του λούσου και της επίδειξης». Η φωνή της άφησε θησαυρούς.
Λέει κάπου: «Ξεκίνησα σαράντα τριών χρονών να τραγουδάω κι έτρεμαν τα πόδια μου. Για να υπηρετήσω το τραγούδι παράτησα τον αγώνα μου να μάθω όργανα. Κάθε όργανο έχει τη λαλιά του, τον τρόπο του να βγάζει σεργιάνι την ίδια την ψυχή μας. Εγώ προτίμησα να υπηρετήσω την παράδοση με τη φωνή μου και στα εβδομήντα μου (από συνέντευξή της το 1998) το τραγούδι μου δίνει δύναμη, διώχνει απ’ την ψυχή μου ό,τι με τρώει. Τραγουδήστε νέοι, αλλά πράγματα που να σας εκφράζουν, ν’ ανοίγουν τη στρόφιγγα να φύγει η θλίψη, ο πόνος. Δεν υπάρχει καλύτερο φάρμακο».
Ας αποκρέψουμε, λοιπόν, έστω κι απ’ τη γωνιά μας με τα πειρακτικά κι ακατάλληλα τραγούδια που μάζεψες κυρά Δόμνα, κυρά της παράδοσης. Όλο κι από κάποια τηλεόραση, κάποιο ραδιόφωνο θ’ ακουστούν. Αυτά που έκαναν κάποιους πουριτανούς να σε θέλουν στην πυρά λες κι ήταν δικό σου γέννημα, διαγράφοντας τα εκατομμύρια που τα γέννησαν αποκρεύοντας.
Τα τραγούδησαν και τα τραγουδάνε όχι μόνο στην Ελλάδα, μα και σ’ όποια γωνιά της γης Έλληνες που αρπάζονταν έστω κι από μια νότα για να μην τους καταπιεί το χωνευτήρι της ξενιτιάς. Στο χρωστάμε. Καλή σου ώρα όπου και να ’σαι.
ΑΛΕΚΑ ΓΡΑΒΑΡΗ-ΠΡΕΚΑ




