Θαρρώ θα ήταν Αλβανίδα, αν και δεν έχει σημασία η καταγωγή της. Μέσα σε τρεις μέρες στην Αθήνα, διαδρομή Πλατεία Αττικής - Σύνταγμα, έτυχε να βρεθεί στο βαγόνι μου τέσσερεις φορές. Όλες τις φορές κρατούσε στην αγκαλιά της ένα βρέφος, ήταν δεν ήταν πέντε μηνών. Το βρέφος πάντα κοιμόταν. Η μητέρα αυτή είχε πάντοτε την ίδια έκφραση. Κι είχε πάντα ένα νεαρό με ένα ακορντεόν να την ακολουθεί, ο οποίος έπαιζε ασταμάτητα την ίδια μελωδία…
Ελεημοσύνη, λοιπόν... Κάθε φορά μετρούσα πόσα κέρματα τής έδιναν. Λίγα. Ελάχιστα... Όταν με έβλεπε, έτρεχε πρώτα σε μένα, γιατί την πρώτη φορά τής χαμογέλασα και της έδωσα ένα κέρμα. Πενήντα σεντ, θαρρώ, την έκαναν ευτυχισμένη. Μέχρι το κέρμα να φτάσει στην παλάμη της, εγώ κοίταζα το παιδί της. Εκείνη με κάρφωνε στα μάτια. Σαν να μου έλεγε κάθε φορά ένα τεράστιο, ένα σιωπηλό ευχαριστώ. Την πρώτη φορά η γλυκύτατη κυρία που καθόταν δίπλα μου με σκούντηξε: «Μη δίνεις, μη δίνεις αγόρι μου...», μου ψιθύρισε… «Να μη δίνω...», είπα από μέσα μου. «Κι εγώ, όμως, όταν κάποτε βρέθηκα σε ανάγκη, μετανάστης τότε στην Αμερική, κάποιος βρέθηκε να με βοηθήσει...».
Φυσικά δεν έκανα ελεημοσύνη, αλλά ήρθε η στιγμή στα χρόνια τα φοιτητικά που κάποιος φίλος είδε στην έκφρασή μου μια στενοχώρια κι έτρεξε να με βοηθήσει. «Μετανάστες!..», είπε η κυρία... «Έχουν διαλύσει τον τόπο...». Και το γλυκό της πρόσωπο ξαφνικά έσταξε φαρμάκι... Αλλά η μελωδία από το ακορντεόν δεν έλεγε να φύγει από τ' αφτιά μου. «Το τρένο φεύγει στις οχτώ...». Πόσο θα ήθελα να ήταν εκείνη τη στιγμή επιβάτης στο συγκεκριμένο βαγόνι ο Μίκης Θεοδωράκης μαζί με τον Μάνο Ελευθερίου...
Έτσι ώστε ο δεύτερος να γράψει έναν καινούργιο στίχο μέσα σ’ ετούτο το σημερινό τρένο, μήνα Φεβρουάριο του έτους 2017... Κι ο πρώτος να επενδύσει με τη μουσική του... Ένα τραγούδι που να μιλά ίσως για το μικρό παιδί που με το ζόρι περιφέρεται μέρα νύχτα μέσα στα βαγόνια. Ή να μιλά για τον ήσυχο τρόπο - καθώς η κοπέλα με το αληθινό ή το ψεύτικο ύφος λέει χαμηλόφωνα ξανά και ξανά με τα σπασμένα της Ελληνικά: «Για το παιντί μου, για το παιντί που δεν έχω να του πάρω γκάλα...».
Πόσες εικόνες, αλήθεια, διαδραματίζονται μέσα στο βαγόνι ενός τρένου… Πόσα βλέμματα, πόσοι άνθρωποι παρκάρουν για μισή ώρα, για σαράντα λεπτά κάθε μέρα μέχρι να φτάσουν στον προορισμό τους. Πόσα εκατομμύρια εκφράσεις, πόσες σκέψεις, πόσες σιωπές πάνω στις ράγες μέρα νύχτα. Οι άνθρωποι της Αθήνας, οι άνθρωποι της μεγαλούπολης... Δεν θέλει και πολλή προσπάθεια να ανιχνεύσει κανείς πόσα πράγματα κρύβουν τα μάτια των ανθρώπων από σταθμό σε σταθμό. Πόσα μυστικά, πόσες έγνοιες πάνε πέρα-δώθε… Από Χολαργό μέχρι Πανόρμου. Από Παλλήνη μέχρι Ομόνοια. Αυτή είναι η μεγάλη πόλη! Κι αυτούς τους ίδιους ανθρώπους περιφέρουν τα τρένα και τα βαγόνια: Τη μετανάστρια με το μικρό παιδί στην αγκαλιά που ικετεύει για ένα κέρμα. Τον άνθρωπο του μεροκάματου που ξυπνάει απ’ τα χαράματα για να χαθεί ανάμεσα στο πλήθος για να πάει στο πόστο του... Τον τραπεζίτη, που βιάζεται να πάει στο ακριβό εστιατόριο...
Το τρένο φεύγει στις οχτώ. Φεύγει και στις 6 παρά τέταρτο το πρωί. Φεύγει και τα μεσάνυχτα... Μικρή, μεγάλη, υπέροχη, κουρασμένη, τραυματισμένη Ελλάδα. Πόσα όνειρα χάνονται μέσα στην ομίχλη, μέσα στο καυσαέριό σου. Πόσα «γιατί», πόσα «μα, πώς φτάσαμε ως εδώ», πόσα αναπάντητα ερωτήματα μέσα στα βαγόνια και τους συρμούς….
Κι όμως καθώς κατεβαίνεις στη στάση «Ακρόπολη» όποια ώρα της μέρας ή της νύχτας, θες δεν θες θα τρακάρεις με τον Παρθενώνα! Λίγο είναι αυτό; Η ωραιότερη εικόνα της οικουμένης μπρος απ’ τα μάτια σου. Η ομορφιά του κόσμου μες στο ποτήρι σου, «Έλληνες του πικρού καιρού και της απελπισίας» (Μιχάλης Πασιαρδής)…
Έτσι για να δούμε για μια στιγμή το ποτήρι μισο-γεμάτο! Γιατί όπως γράφει ο Οδυσσέας Ελύτης: «Εδώ στου δρόμου τα μισά έφτασε η ώρα να το πω/Άλλα είν' εκείνα που αγαπώ/γι' αλλού γι' αλλού ξεκίνησα»…




