Συχνά ή αραιά ακούμε τους εκάστοτε Κυβερνώντες ή πολιτικούς ηγέτες να επικαλούνται «ενότητα» πολιτικών δυνάμεων και λαού, σύμφωνα με τις αποφάσεις που έλαβαν. Στην κυπριακή πραγματικότητα όμως δεν επιζητούν τίποτε άλλο από χειροκροτητές των ήδη ειλημμένων αποφάσεών τους.

Σε δημοκρατικά και σύγχρονα κράτη η επίκληση σε ενότητα της πολιτικής ηγεσίας γίνεται σε περιόδους κρίσεων ή έκτακτης ανάγκης, και σωστά αποσκοπεί στη συλλογική προσπάθεια για αντιμετώπιση συγκεκριμένων ζητημάτων της δημόσιας ζωής, μακριά από μικροπολιτικές/κομματικές σκοπιμότητες. Μόνο με την «ενότητα», δηλαδή τον παροδικό παραμερισμό των υπόλοιπων διαφορών και μονο με τη συνδιαβούλευση και τη συνδιαμόρφωση μπορούν να ξεπεραστούν τα «ανυπέρβλητα» προβλήματα.

Όταν αντιμετωπισθούν, τότε οι διάφορες πολιτικές, οικονομικές και κοινωνικές συνιστώσες μπορούν να επιστρέψουν στη συνήθη πρακτική της αντιπαράθεσης και της σύγκρουσης. Από την άλλη, η προοπτική μακρόπνοης ενότητας μπορεί να βασιστεί μόνο στο πλαίσιο κοινωνικών, οικονομικών και πολιτικών συμμαχιών ή όμορων δυνάμεων, οι οποίες μετουσιώνονται σε κυβερνήσεις εθνικής σύμπλευσης και συνεννόησης. Αυτές οι συμμαχίες λειτουργούν στο πλαίσιο κοινών επιδιώξεων και σκοπών.

Βεβαίως, η ενότητα σε καμία περίπτωση δεν προνοεί ούτε υπονοεί ακύρωση της δημοκρατικής διαδικασίας, του διαλόγου και της εποικοδομητικής αντιπαράθεσης επιχειρημάτων. Αντίθετα, η πραγματοποίησή της σε πολιτισμένο πλαίσιο είναι ιδιαίτερα αποδοτική και θεμιτή. Η οποιαδήποτε απόπειρα εξαφάνισης της δημοκρατικής διαδικασίας σηματοδοτεί εξ ορισμού την απουσία ενότητας. Δεν μπορεί η επίκληση της ενότητας να χρησιμοποιείται ως πολιτικό άλλοθι για τον περιορισμό ή την καταπίεση της αντίθετης τεκμηριωμένης άποψης οποιασδήποτε ομάδας, με σκοπό την απρόσκοπτη εφαρμογή άνευ όρων και κραδασμών συγκεκριμένων πολιτικών και απόψεων.

Στην Κύπρο, η τρέχουσα δημόσια συζήτηση περί ενότητας παρουσιάζει κατάχρηση. Γενικά, επιχειρείται η στρέβλωση της έννοιας της «ενότητας», δηλαδή η προσαρμογή της στο πλαίσιο των περιστασιακών αναγκών των κομμάτων και ιδιαίτερα της Κυβέρνησης. Γίνεται επίκληση της ενότητας ως ενός μέσου περιθωριοποίησης της αντίθετης άποψης. Όποιοι διαφωνούν με την «επικρατούσα άποψη» θεωρούνται πολέμιοι της ενότητας και πετροβολούνται. Επίσης, καταβάλλεται έντονα η προσπάθεια περιορισμού της κριτικής έναντι των κυβερνητικών χειρισμών.

Η κριτική κατά της Κυβέρνησης ή χειρισμών του Προέδρου εκλαμβάνονται ως πλήγματα κατά της ενότητας. Αυτά έχουν ως αποτέλεσμα την αποτυχία σύμπλευσης. Με αποτέλεσμα να χρησιμοποιείται η περιρρέουσα ατμόσφαιρα ως δικαιολογία για λήψη μονομερών αποφάσεων. Δυστυχώς, στον τόπο μας ουδέποτε πραγματοποιήθηκε μια ουσιαστική και συστηματική προσπάθεια για ενότητα και για χάραξη εθνικής στρατηγικής στον χειρισμό του Κυπριακού, είτε στο πλαίσιο μιας συλλογικής προσπάθειας, είτε στο πλαίσιο μιας κυβέρνησης εθνικής ενότητας.

Δυστυχώς η επίκληση της στρεβλωμένης ενότητας δεν αναδεικνύει μόνο ένα είδος πολιτικού άλλοθι, και μικροπολιτικών σκοπιμοτήτων, αλλά κυρίως ένα είδος πολιτικής υποκρισίας, που υποτιμά τη νοημοσύνη του κάθε πολίτη. Έτσι χαμηλώνει το επίπεδο του δημόσιου διαλόγου και τα επιχειρήματα που διατυπώνονται, δεν μπορούν παρά να απαξιώνουν την έννοια της ενότητας και να ακυρώνουν οποιαδήποτε προοπτική εξορθολογισμού του δημόσιου πολιτικού λόγου.

ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΠΟΓΙΑΤΖΗΣ
Αντιπρόεδρος ΕΕ ΝΕΔΗΚ Πάφου & Μέλος της Επαρχιακής Επιτροπής ΔΗΚΟ Πάφου