Άχ, βρε Λουκιανέ! Που μας ήρθες σαν «Ένας φτωχός και μόνος καουμπόι» και τελικά μόνο αυτό δεν ήσουνα. Πλούτο απίστευτο μάς χάρισες, μόνο μόνος δεν έμεινες! Στο φαρί σου μας έδεσες κόμπο με «Κόκκινη κλωστή», καρφί η κάθε νότα σου, η κάθε λέξη σου, στο ξεπούλημα της αλήθειας μας, τον συντηρητισμό, τον φασισμό, το δήθεν που μας ξερίζωνε, να τραγουδάς όσα μας έθρεψαν αιώνες, καταθέτοντας ασταμάτητα στην τράπεζα της ράτσας μας.

Μια πρώτη γεύση τα «Μικροαστικά», απαγορευμένα επί χούντας, αφού ξεγέλασες τη λογοκρισία. Μας έκανες μετά «Απλά μαθήματα πολιτικής οικονομίας», εξαγριωμένος ο ίδιος μάς σύστησες «Ψυχραιμία, παιδιά», μας ταξίδεψες μετά με «Χαμηλή πτήση», με τα «Μαθήματα πατριδογνωσίας» τραγουδήσαμε μαζί σου εκείνο το γλυκόπικρο «Αχ, πατρίδα μου γλυκιά».

Πασχίσαμε τραγουδώντας να βρούμε «Πού να ’σαι τώρα Γιώργο Θαλάσση;», λατρεία σου ο «Μικρός Ήρωας» που κατατρόπωνε τα γερμανικά τσοπανόσκυλα σαν κυνηγούσαν τους πεινασμένους. Ε, μετά τον πόλεμο αναρωτήθηκες: «Τίνος είναι, βρε γυναίκα, τα παιδιά;», αφού κι άλλοι μαγάριζαν τώρα την Αθήνα σου, την Κυψέλη σου που λάτρεψες. Τον ωχαδερφισμό μας «ύμνησες!» με το «Άλλα λόγια ν’ αγαπιόμαστε» και την ίδια στιγμή μάς ταξίδευες στο όνειρο με «Τα θερινά τα σινεμά» που μοσχοβολούσαν αγιόκλημα και γιασεμιά.

Απελπισμένος με την κατάντια μας ζωγράφισες με νότες στα «Μικροαστικά» τον ξεπεσμό της καθημερινότητάς μας. Η Ελλάδα της αλλαγής στο «Μια μέρα της Μαίρης» κάνει τη Μαίρη Παναγιωταρά φιγούρα αστεία και τραγική μαζί του αγώνα για ισότητα. Ποιος μίλησε για τη νεοελληνική ανευθυνότητα καλύτερα από σένα στο «Φταίει ο Χατζηπετρής;». Δεκάδες εκατοντάδες τραγούδια που έβγαζες απ’ την ψυχή σου και ερμήνευαν μαζί σου μεγάλες φωνές.

Χιλιάδες παρτιτούρες με μουσική και στίχους για το «Ελεύθερο Θέατρο», την «Ελεύθερη Σκηνή», επιθεωρήσεις καυστικές, συνεργασία με το Κρατικό Θέατρο Βορείου Ελλάδος, αλλά και τον κινηματογράφο. «Ο Θίασος» του Θόδωρου Αγγελόπουλου, «Ελευθέριος Βενιζέλος» του Παντελή Βούλγαρη. Τραγουδοποιός και ερμηνευτής θα χαρίσεις σε εκατομμύρια παιδιά εκείνο το «Γαϊτανάκι» της Ζωρζ Σαρρή, που με τα παιδιά της γης να δίνουν γερά τα χέρια θ’ αγκάλιαζαν τη γη μας τρεις φορές. Την ίδια στιγμή «Αρχίζει το ματς», η φωνή του Γιάννη Διακογιάννη ώς τώρα ακόμα δονεί και συγκινεί. Έμπνευση, φρεσκάδα, τρυφερότητα, μια ψυχή σ’ ένα τρελό παιχνίδι κοινωνικής κριτικής μέσα από τη σάτιρα που σφάζει.

Και σου ’λεγαν πως ήταν αστοχασιά να καλέσεις είκοσι πέντε χιλιάδες για πάρτι στη Βουλιαγμένη, κατακαλόκαιρο του 1983. Ναι, αστοχασιά που θα έσπαγε το αδιαχώρητο με πενήντα τόσες χιλιάδες, τύχη να είσαι ανάμεσά τους! Θα πεις μετά: «Ήθελα ν’ αναμετρηθώ με τη λαχτάρα μου για επικοινωνία. Αυτό που κάθε φορά ψάχνω είναι να γίνω ένα μ’ αυτούς που μ’ ακούν, που κάνει ό,τι μπορεί για το γλέντι όλων, για να περάσουμε καλά».

Και περάσαμε και περνάμε και θα περνάμε καλά, πολύ καλά, Λουκιανέ, μ’ εκείνη την αστείρευτη ενέργεια που σκόρπισες, παράπονο κανένα. Παράπονο θα ’χουν που δεν θα ’σαι πια μαζί τους οι γυναίκες της ζωής σου, η Άννα, σύντροφος σ’ έναν έρωτα που κράτησε δεκαετίες μ’ όλες τις λαδιές και τα τσιλιμπουρδίσματά σου, η Γιασεμή και η Μαρία, οι κόρες σου. Θα σε κουβαλάνε για πάντα στην ψυχή τους.

Από μας ένα μεγάλο ευχαριστώ και μια ευχή: Τη δροσιά, την τρυφεράδα που άφησες να την βρει συντροφιά η ψυχή σου. Και μη σκας. Όπως το είπες σαρκάζοντας: «Η Ελλάδα ποτέ δεν πεθαίνει, δεν τα καταφέρνουμε να την ξεπαστρέψουμε». Κάτι είναι κι αυτό. Καλοτάξιδος.

ΑΛΕΚΑ ΓΡΑΒΑΡΗ-ΠΡΕΚΑ