Είναι πράγματι θλιβερό αυτό που γίνεται με το ΓεΣΥ. Ένα πραγματικό αλαλούμ! Καθημερινά ακούμε και διαβάζουμε τα πιο αλλόκοτα κι αντικρουόμενα πράγματα, που όχι μόνο δεν βοηθούν την προώθηση εισαγωγής του αλλά την απομακρύνουν, ενώ ταυτόχρονα οι Κρατικές Υπηρεσίες Υγείας όλο κι αποδυμανώνονται για να εξυπηρετήσουν επαρκώς τους δικαιούχους. Ήδη οι δαπάνες υγείας του ιδιωτικού τομέα ξεπέρασαν εκείνες που επωμίζεται το Κράτος, που με το υφιστάμενο σύστημα πρέπει να εξυπηρετεί τις ιατροφαρμακευτικές ανάγκες πέραν του 80% του πληθυσμού. Και διερωτάται κανένας πού θα πάει η βαλίτσα.

Όταν ξεκινήσαμε στο Γραφείο Προγραμματισμού τη συστηματική προώθηση του ΓεΣΥ το 1970, η έγνοια μας ήταν ότι το υφιστάμενο σύστημα θα κατέρρεε λόγω κόστους μιας και τόσος πολύς κόσμος έπρεπε να εξυπηρετηθεί από τα κρατικά νοσοκομεία. Το πρόβλημα θα ήταν ακόμη πιο οδυνηρό μιας και δεν υπήρχε τότε άλλη ιατροφαρμακευτική διέξοδος για τους πολίτες. Ο ιδιωτικός τομέας συνίστατο από ατομικά ιατρεία ή πολύ μικρές ιδιωτικές κλινικές σε ορισμένες ειδικότητες.

Έτσι, παράλληλα με την αναβάθμιση των κυβερνητικών νοσοκομείων (νέα νοσοκομειακά κτήρια σε όλες τις πόλεις, νέα κέντρα υγείας στις συνοικίες των πόλεων και στην ύπαιθρο για αποκέντρωση υπηρεσιών, αναβάθμιση του εξοπλισμού κλπ), ενθαρρύναμε τον ιδιωτικό ιατρικό τομέα να ιδρύσει πολυκλινικές και εξειδικευμένα ιατρικά κέντρα για εμπλουτισμό των δυνατοτήτων ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης και φροντίδας του λαού και αναβάθμιση της Κύπρου ως περιφερειακού κέντρου ιατρικών υπηρεσιών. Έτσι θα μπορούσε να εισαχθεί και λειτουργήσει και το ΓεΣΥ.

Η μεγάλη καθυστέρηση στην εισαγωγή του από διαδοχικές Κυβερνήσεις δημιουργεί συνεχώς και πρόσθετα εμπόδια και περιπλοκές. Ένα από τα ερωτήματα που πλανάται, το πιο βασικό ίσως, είναι τώρα η βιωσιμότητα των δημόσιων νοσηλευτηρίων σε περίπτωση υιοθέτησης του ΓεΣΥ. Εξού κι η επίσημη θέση για την ανάγκη αναβάθμισής τους μέσω αυτονόμησης πριν από την εισαγωγή του ΓεΣΥ. Με άλλα λόγια όλα αυτά τα χρόνια που συζητείται το ΓεΣΥ η λειτουργία των κρατικών νοσοκομείων αφέθηκε στην τύχη της με αποτέλεσμα σήμερα να μην μπορούν να ανταγωνιστούν τα «νεογέννητα» ιδιωτικά σε περίπτωση που θα μπουν και τα δυο κάτω από το ΓεΣΥ. Αν αυτό ισχύει, τότε θα πρέπει να αναβάλουμε και πάλι την εισαγωγή του ΓεΣΥ, μέχρι να φέρουμε και τα δυο στα ίδια ανταγωνιστικά επίπεδα. Έτσι «φτου ξανάπαρκης»!

Επειδή το θέμα είναι άκρως επείγον και προτού καταρρεύσει πλήρως το παρόν σύστημα (μεγάλες ταλαιπωρίες των επισκεπτών δημόσιων νοσοκομείων ακόμη και στην εξεύρεση μιας θέσης στάθμευσης) θα πρέπει επιτέλους να επικεντρωθούμε στην επεξεργασία ενός minimum σχεδίου με το οποίο να ξεκινήσουμε. Άλλωστε, η λειτουργία του Οργανισμού Ασφάλισης Υγείας, που συστάθηκε με βάση τον περί του Γενικού Συστήματος Υγείας Νόμο του 2001 (Ν.89(Ι)/2001), θα καταδείξει τις αλλαγές που θα χρειάζονται. Δεν διαφωνώ ότι θα ήταν καλύτερα να είμαστε καθόλα έτοιμοι για το μεγάλο άλμα που θα κάνουμε στον πολύ σοβαρό κι ευαίσθητο τομέα της υγείας.

Από την άλλη, δεν μπορούμε να διακινδυνεύουμε την υγεία του λαού, διασυνδέοντας τις αποφάσεις που έπρεπε να είχαμε πάρει εδώ και πολλές δεκαετίες με κομματικές ή συμφεροντολογικές σκοπιμότητες. Στη συνέχεια θα προσπαθήσω να εισηγηθώ ένα πρόγραμμα δράσης, που από τη μια θα προωθεί την εφαρμογή του ΓεΣΥ κι από την άλλη θα αφήνει ανοικτή τη δυνατότητα οποιωνδήποτε αλλαγών κρίνονται αναγκαίες.

Τρία είναι τα βασικά προαπαιτούμενα για την εισαγωγή του ΓεΣΥ με βάση την υφιστάμενη νομοθεσία: ο Οργανισμός Ασφάλισης Υγείας, τα Νοσηλευτικά Ιδρύματα/Γιατροί, που θα ενταχθούν στο σύστημα και η συνεισφορά των τριών Μερών (Κυβέρνησης, Εργοδοτών κι Εργαζομένων). Ο ΟΑΥ έχει ήδη συσταθεί εδώ και πολλά χρόνια ως νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου. Διοικείται από συμβούλιο με τριμερή εκπροσώπηση με αποστολή την εφαρμογή του ΓεΣΥ στην Κύπρο.

Σύμφωνα με τον νόμο οι κύριες αρμοδιότητες του ΟΑΥ είναι: Να διαχειρίζεται το Ταμείο που ιδρύεται με βάση τις πρόνοιές του για τη χρηματοδότηση του ΓεΣΥ. Να προβαίνει στις απαραίτητες διευθετήσεις για να εξασφαλίζει την παροχή στους δικαιούχους υψηλού επιπέδου φροντίδας υγείας, συμβαλλόμενος με προμηθευτές υπηρεσιών φροντίδας υγείας που ικανοποιούν τους σχετικούς όρους και προδιαγραφές. Και να συλλέγει, αναλύει και παρουσιάζει τις σχετικές πληροφορίες και δεδομένα.

Και διερωτάται κανείς. Αφού υφίσταται από το 2001 ο ΟΑΥ, γιατί δεν προωθήθηκε η υλοποίηση των αρμοδιοτήτων του ύστερα μάλιστα από τη διεξαγωγή αρκετών μελετών, για τις οποίες δαπανήθηκαν πολλές δεκάδες εκατομμύρια ευρώ μαζί με τα διοικητικά του έξοδα; Ή μήπως υπήρχαν άλλες σκοπιμότητες που επέβαλαν στον ΟΑΥ την παρατηρηθείσα ανενέργειά του;

Κι όμως και τώρα θα μπορούσε να δραστηριοποιηθεί θετικά. Να ζητήσει από το Υπουργείο Υγείας και τα ιδιωτικά νοσοκομεία να δηλώσουν την ετοιμότητά τους και τους όρους συμμετοχής τους στο ΓεΣΥ. Να διαπραγματευτεί με τα τρία ενδιαφερόμενα Μέρη (Κυβέρνηση, Εργοδοτικές και Συνδικαλιστικές Οργανώσεις) τη συνεισφορά εκάστου στο Σχέδιο και να συνεννοηθεί με το Τμήμα Κοινωνικών Ασφαλίσεων του Υπουργείου Εργασίας για συνεργασία στο θέμα συλλογής των συνεισφορών.

Η Κυβέρνηση θα μπορούσε να αναλάβει τη διαχείριση των χρημάτων του Ταμείου, όπως γίνεται με το ΤΚΑ. Εφόσον η συμμετοχή στον ΟΑΥ είναι τριμερής, ό,τιδήποτε προκύψει θα λύεται συλλογικά, όπως γίνεται με το ΤΚΑ. Ταυτόχρονα εφόσον θα εναπόκειται στους ενδιαφερόμενους ασθενείς να επιλέξουν τον γιατρό ή το ίδρυμα νοσηλείας τους τούτο θα λειτουργήσει ως κίνητρο για συνεχή αναβάθμισή τους.

ΔΡ. ΙΑΚΩΒΟΣ ΑΡΙΣΤΕΙΔΟΥ
Πρώην Υπουργός
Πρώην Γενικός Διευθυντής Γραφείου Προγραμματισμού
www.iacovosaristidou.com