Συνήθειες, νοοτροπίες, πάθη μέσα απ’ όσα έζησε στην περιπλάνησή του, φτιάχνουν την ταυτότητα του πανανθρώπου
Όχι, σαν παιδί ο Γιάννης Βαλασιάδης δεν άδειαζε να μετράει τ’ άστρα. Γεννημένος στην Κωνσταντινούπολη το 1922, θα βρεθεί μεγαλώνοντας να παλεύει για το μεροκάματο στην Έδεσσα, την Αθήνα, τη Θεσσαλονίκη, τον Βόλο, τον Πειραιά.
Το 1938, στα δεκάξι του, αυτοδίδακτος, κερδίζει για το μυθιστόρημά του «Τα πλοία δεν άραξαν» το Α΄ Κρατικό Βραβείο. Δέκα χρόνια παλεύει, τα βάσανα της ζωής του τον λυγίζουν, φεύγει για την Κίνα, το Βιετνάμ, θα καταλήξει στη Ρουμανία όπου θα μείνει δεκαοχτώ χρόνια.
Θα ζήσει όλη του τη ζωή εκπατρισμένος, χωρίς ιθαγένεια, με τα έργα του απαγορευμένα για πολλά χρόνια στην Ελλάδα. Φλόγα, ευαισθησία, αγάπη για τον άνθρωπο, θα γεννήσουν τριάντα εννιά έργα, ανάμεσά τους «Οι κερασιές θ’ ανθίσουν φέτος», «Οδός Αβύσσου αρ. 0», «Περιμένοντας το ουράνιο τόξο», «Το ρολόι του κόσμου κτυπάει μεσάνυκτα». Σ’ όλα ξέχειλος ο γλαφυρός, ζεστός διάλογος, που ζωντανεύει το όραμά του για μια καλύτερη κοινωνία.
Όταν το 1970 αρχίζουν να δημοσιεύονται στην Ελλάδα τα έργα του, ανοίγει ένα μεγάλο κεφάλαιο στα ελληνικά γράμματα. Παντού κυριαρχεί η λαχτάρα του για την ελευθερία και την πανανθρώπινη ευτυχία και με κορωνίδα το μυθιστόρημα «Ένα παιδί μετράει τ’ άστρα» γίνεται σύμβολο ενός ανθρώπου πληθωρικού και συνάμα τρυφερού, ευαίσθητου, που με ρεαλισμό αγκάλιασε τους ανθρώπους ανασταίνοντας με τη δύναμη της πένας του όλη την οδύνη, τον πόνο, τις αγωνίες, τα δάκρυα που μούσκευαν το λιγοστό ψωμί τους.
Με απίστευτη δύναμη ζωντανεύει στα διηγήματά του «Ράντικα», «Πάιντος», «Ο Άγγελος με τα χέρια στις τσέπες», ήρωες βυθισμένους στη συμφορά τους, κουρασμένους από άδικη μοίρα, νηστικούς, ανήμπορους, σαν να στέλνει το μήνυμα πως τα πλοία δεν βρίσκουν πάντα λιμάνι για ν’ αράξουν, πως το ουράνιο τόξο δεν βγαίνει σ’ όλους τους ουρανούς.
Συνήθειες, νοοτροπίες, πάθη μέσα απ’ όσα έζησε στην περιπλάνησή του, φτιάχνουν την ταυτότητα του πανανθρώπου, τα παιδιά είναι παντού παιδιά, οι καλοί είναι παντού καλοί, οι κακοί είναι παντού κακοί. Σαν λιωμένο χρυσάφι μέσα από τα βάσανά του προβάλλει μια ψυχή μοναδική, ευαίσθητη. Ανάγλυφη βγαίνει μέσα από τις λίγες αράδες από το «Ένα παιδί μετράει τ’ άστρα», βιογραφική εξιστόρηση των άγριων καιρών της εφηβείας του.
Θυμήθηκε πως κάποτε, που ήταν μικρός, μπήκε μια μέρα στο σπίτι τους ένα πουλάκι και πήγε και κάθισε στο ράφι του τζακιού. Ήταν και τότε ο ίδιος καιρός, έτσι, πάνω στα δροσίσματα. Στεκόταν το πουλί στο ραφάκι του και τους κοιτούσε. Πήγαινε φυρί-φυρί να πιάσει μαζί τους φιλίες. Το μεσημέρι κατέβηκε στο πάτωμα και τσιμπούσε τα ψίχουλα. Ημέρεψε. Ως το βράδυ είχε πιάσει γνωριμιά με όλους. Μα πιο πολύ το πόνεσε ο Ανέστης. Έπαιζε μαζί του, του ’κανε παιχνίδια, κι ως το βράδυ ήταν αχώριστοι. Μα, σαν ξύπνησε το πρωί κι έτρεξε στο ράφι του, να του δώσει ζάχαρη και να του πει «καλημέρα», το πουλάκι είχε φύγει.
Είχε δει έξω τη μέρα ηλιόλουστη και πέταξε να τη χαρεί. Κι ούτε ξαναφάνηκε πια στο σπίτι.
Τι απελπισία ένιωσε το παιδί… Δυο ολόκληρες μέρες ούτε μιλούσε ούτε γελούσε. Δέθηκε η γλώσσα του κι η όρεξή του έκλεισε ολότελα. Μια ολόκληρη βδομάδα ήταν έτσι φαρμακωμένος.
Δικαιωμένος, καταξιωμένος πια, ο Μενέλαος Λουντέμης θα ζήσει μόνο τα δύο τελευταία χρόνια της ζωής του στον τόπο που εγκατέλειψε γιατί τον αγαπούσε πολύ για ν’ αντέξει τη δυστυχία του. Έφυγε στα 55 του χρόνια, στις 23 Ιανουαρίου 1977 και από τότε συντροφεύει χιλιάδες αναγνώστες που μετράνε μαζί του τ’ άστρα.
ΑΛΕΚΑ ΓΡΑΒΑΡΗ-ΠΡΕΚΑ




