Ψίθυροι και λόγοι είχαν ακουστεί και με έντονο τρόπο πως οι σχέσεις Ελλάδας και Κύπρου, πριν, κατά, και μετά τη διάσκεψη της Γενεύης ήταν σε ρήξη. Η επίσκεψη του Έλληνα Προέδρου Προκόπη Παυλόπουλου έδωσε την ευκαιρία στον ίδιο και στον Κύπριο Πρόεδρο να πουν πως όλα μεταξύ τους είναι κατά κάποιο τρόπο «μέλι-γάλα».

Αν έτσι είναι, τόσο το καλύτερο για τον Ελληνισμό. Και επειδή οι συμπτώσεις το έφεραν με τέτοιο τρόπο και στην εκδήλωση προς τιμήν του Αρχιεπισκόπου Μακαρίου παρίστατο και ο νυν Αρχιεπίσκοπος Χρυσόστομος Β', άδραξε αυτός την ευκαιρία, και καλά έπραξε, για να πει στον Πρόεδρο Νίκο Αναστασιάδη πως θέλει να τον στηρίξει «για να γίνει πιο διεκδικητικός».

Αυτό σημαίνει πως μέχρι τουλάχιστον εκείνη τη στιγμή η στάση του Κύπριου Προέδρου, κατά τη σεβαστή γνώμη του Αρχιεπισκόπου, δεν ήταν διεκδικητική, όπως έπρεπε να είναι. Γι' αυτόν τον λόγο, στην ανταπάντησή του, ο Νίκος Αναστασιάδης θέλησε να τον διαβεβαιώσει πως προβάλλει τις ελληνοκυπριακές αξιώσεις «με διεκδικητικότητα».

Το πρόβλημα είναι πως… διεκδικώντας, ο Κύπριος Πρόεδρος, τον πήχη δεν τον βάζει στο ύψος των νομίμων διεκδικήσεων του κυπριακού Ελληνισμού οι οποίες δεν συνίστανται στην παράδοση της Κύπρου με νέες υπογραφές τύπου Ζυρίχης-Λονδίνου, που, αντί να λύσουν το Κυπριακό, θα το καταβαραθρώσουν με συνέπειες, όχι αυτήν τη φορά δραματικές, αλλά, θανατηφόρες για τους Ελληνοκυπρίους.

Η ομόφωνη απόφαση του Εθνικού Συμβουλίου του Σεπτεμβρίου 2009, στην οποία πότε-πότε αναφέρεται ο Κύπριος Πρόεδρος, ξεκαθαρίζει πως η λύση πρέπει να προνοεί την αποχώρηση των τουρκικών κατοχικών στρατευμάτων και των εποίκων, την εξασφάλιση των ελευθεριών όλων των πολιτών και τον σεβασμό του διεθνούς δικαίου.

Λύση βασισμένη σε όλα αυτά πήγε ο Κύπριος Πρόεδρος να υπογράψει στη Γενεύη; Αν όχι, γιατί πήγε, αφού η Τουρκία και τα τουρκοκυπριακά όργανά της είχαν προειδοποιήσει πως, γι' αυτούς, αυτά που διεκδικούμε εμείς, είναι κόκκινες γραμμές;

Είναι γνωστό σε όλους ότι, σχεδόν χωρίς εξαίρεση, οι επίσημες θέσεις των ελληνικών και των κυπριακών κυβερνήσεων ήταν πως πάντα μεταξύ τους βασίλευε αγάπη και ομογνωμία, μέχρι που αργότερα μάθαμε πως τα πράγματα δεν ήταν έτσι.

Πάμπολλα βιβλία έχουν γραφτεί τον τελευταίο καιρό, από ανθρώπους που έζησαν γεγονότα και καταστάσεις, τα οποία αποδεικνύουν όμως πως τεράστιες υπήρξαν διαφωνίες, εκ των οποίων μερικές καταστροφικά έφεραν αποτελέσματα και πολλά δεινά στην Κύπρο

Στη διάσκεψη της Γενεύης, ο Υπουργός Εξωτερικών της Ελλάδας επανέλαβε πως η χώρα που αντιπροσώπευε ήταν υπέρ μιας λύσης που πρέπει «να ακολουθεί το πνεύμα και το γράμμα του καταστατικού χάρτη και των αποφάσεων του ΟΗΕ». Μίλησε και για το κοινό μέλλον των Ελληνοκυπρίων και των Τουρκοκυπρίων που «πρέπει να έχουν το δικαίωμα να ονειρεύονται» και πως με καλή θέληση και τα πιο δύσκολα θέματα μπορούν να οδηγηθούν σε λύση.

Και πρόσθεσε λέγοντας πως δίκαιη λύση του Κυπριακού «σημαίνει, πριν απ’ όλα, απάλειψη των αιτιών που το προκάλεσαν, δηλαδή την κατοχή και την παρουσία κατοχικών στρατευμάτων και την ύπαρξη του συστήματος εγγυήσεων που παραβιάστηκε κατάφορα». Ερώτηση: Πριν μεταβούν στη Γενεύη, κυπριακή και ελληνική κυβέρνηση είχαν συμφωνήσει σε όλα αυτά που αναφέρει ο Νίκος Κοτζιάς, κι είχαν αποφασίσει ν’ ακολουθήσουν μια κοινή γραμμή;

Αν η κυπριακή κυβέρνηση άλλα είχε στον νου κι άλλα η ελληνική γιατί, όπως αφέθηκε να ειπωθεί ύστερα απ’ το φιάσκο της Γενεύης, ψάχνοντας για αποδιοπομπαίο τράγο διάλεξαν τον Υπουργό Εξωτερικών της Ελλάδας; Πέρασαν τα χρόνια των κρυφών σχολειών. Ήρθε η ώρα, όταν πρόκειται για εθνικά θέματα, να ξεκαθαρίζονται οι γνώμες και οι ομαδικοί στόχοι να παραμένουν αμετάβλητοι, πριν γίνουν συμβιβασμοί εν αγνοία και εις βάρος του λαού στα σκοτεινά. Πριν πάθουμε χειρότερα από αυτά που πάθαμε το 1974.

Μοναδικό στήριγμά μας πάντα ήταν η Ελλάδα. Το πρόβλημα είναι, όμως, πως της Ελλάδας οι δυνάμεις δεν δύνανται να επιβάλουν τις θέσεις της, όσο κι αν δίκαιες είναι κι όσο κι αν το επιθυμεί.

Ας θυμηθούμε τι έγινε το καλοκαίρι με την εισβολή. Όταν η Τουρκία εισέβαλε στο νησί μας και, με δάκρυα και κραυγές απόγνωσης, ο κυπριακός Ελληνισμός ζητούσε βοήθεια, στη δημοκρατική Ελλάδα ο Κωνσταντίνος Καραμανλής -ο άνθρωπος που είχε υπογράψει και είχε επιβάλει με απειλές τις συμφωνίες της Ζυρίχης και του Λονδίνου και στον οποίο οι δικτάτορες «παραχώρησαν τη σκυτάλη»- είπε σε διάγγελμά του πως «η Κύπρος κείται μακράν» και έτσι η Ελλάδα δεν μπορούσε να βοηθήσει. Και αυτούς τους απερίσκεπτους λόγους τους είχε ξεφωνήσει, μάλιστα, κατά τη διάρκεια της διεξαγωγής των μαχών στην Κύπρο, γεγονός για το οποίο θα μπορούσε να κατηγορηθεί, όπως είχε γράψει σε κατάθεσή του κάποιος Έλληνας στρατηγός, και για «εσχάτη προδοσία».

Βλέποντας αυτές τις ελληνικές αδυναμίες, τα ίδια περί «αποστάσεων» επανέλαβε αργότερα και ο Ανδρέας Παπανδρέου. Η απόσταση, λοιπόν, είναι για την Ελλάδα ένας παράγων αποτρεπτικός.

Εκτός από τα τόσα πολλά εσωτερικά προβλήματά που έχει σήμερα, η Ελλάδα έχει να αντιμετωπίσει και τις διεκδικήσεις μιας γειτονικής «συμμάχου» χώρας, που οραματίζεται ένα μέρος του Αιγαίου της, ένα μέρος του εναέριου χώρου της, δημιουργώντας της συνεχώς και προβλήματα με τις «γκρίζες ζώνες».

Μπορεί, λοιπόν, η χώρα αυτή να βοηθήσει και την Κύπρο αποτελεσματικά ή να εγγυηθεί και πάλιν το νέο της πολίτευμα και την εδαφική ακεραιότητά της; Είναι σοφό γι' αυτή να περιπλεχτεί σε συμφωνίες οι οποίες μπορούν να την οδηγήσουν σε έναν πόλεμο, σε κάποιον απρόβλεπτο χρόνο, που πιθανόν ν' αρχίσει μάλιστα από γεγονότα που θα συμβούν στην Κύπρο και τα οποία μπορεί να σκηνοθετήσει επιμελώς η Τουρκία; Ο νοών νοείτω.

Στη Γενεύη ο Έλληνας Υπουργός Εξωτερικών υπερασπίστηκε τη διεθνή νομιμότητα. Οι Συνθήκες για την Κύπρο είναι άκυρες, γιατί η Τουρκία επέβαλε τη διχοτόμηση. Κι αφού είναι άκυρες, το Κυπριακό έπρεπε να το δούμε και κάτω απ’ αυτή τη σκοπιά. Είναι αυτό το πνεύμα που προσπάθησε να μεταφέρει στη Γενεύη ο Νίκος Κοτζιάς.

Κάτω από την πίεση δεδομένων αντικειμενικών, δικαίως η Ελλάδα ισχυρίζεται -με παραδείγματα χειροπιαστά και επιχειρήματα νομικά- πως η Συνθήκη εγγυήσεως είναι άκυρη, και αδιαμφισβητήτως είναι, λόγω παραβιάσεώς της από την Τουρκία. Δεν υπάρχει καμία αμφιβολία πως οι θέσεις που υποστήριξε στη Γενεύη (και ας ελπίσουμε πως σε αυτές πιστός θα μείνει) ο Υπουργός Εξωτερικών της Ελλάδας είναι σύμφωνες με το διεθνές δίκαιο. Είναι σύμφωνες επίσης με το άρθρο 4 παρ. 2 της Συνθήκης της Ευρωπαϊκής Ένωσης, η οποία αναφέρει: «Η Ένωση σέβεται την ισότητα των κρατών μελών…

Σέβεται τις ουσιώδεις λειτουργίες του κράτους, ιδίως δε τις λειτουργίες που αποβλέπουν στη διασφάλιση της εδαφικής ακεραιότητας, τη διατήρηση της δημόσιας τάξης και την προστασία της εθνικής ασφάλειας. Ειδικότερα, η εθνική ασφάλεια παραμένει στην ευθύνη κάθε κράτους μέλους».

Εάν, παρά τα τόσα πολλά που έχουν λεχθεί και τις αντιδράσεις αυτών που δεν εμπιστεύονται τις υπογραφές της Τουρκίας, οι σημερινοί Κύπριοι «συνομιλητές» καταργήσουν την Κυπριακή Δημοκρατία και αποδεχτούν εκ νέου μια περιορισμένη ανεξαρτησία και νέο καθεστώς εγγυήσεων, η Κύπρος δεν θα είναι μονάχα προτεκτοράτο της Τουρκίας. Η υπογραφή τους που θα βάλουν, αν τολμήσουν, θα σημάνει και τη μελλοντική σφαγή της Κύπρου και το άγιο όνομά της, από Κύπρος, θα γίνει «Kibris», όπως και η Κυρήνεια έγινε «Girne».

Τίμιες, λογικές και επί νομικής βάσης στηριζόμενες ήταν οι θέσεις τις οποίες με παρρησία υποστήριξε ο Νίκος Κοτζιάς στη διάσκεψη της Γενεύης. Ήταν θέσεις Έλληνα… Θέσεις γενναίου Έλληνα, που χρόνια και χρόνια έχει να δούμε !

ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΣ Π. ΛΕΙΨΟΣ
Επίτιμος δικηγόρος στη Γαλλία. Δίδαξε το δημόσιο δίκαιο στο πανεπιστήμιο του Οράν. Διδάκτωρ Κράτους διεθνούς δικαίου καθώς και συνταγματικού δικαίου (διατριβές για το διεθνές και συνταγματικό πρόβλημα της Κύπρου), διπλωματούχος 3ου κύκλου στη σύγχρονη ιστορία, εγκληματολογικών επιστημών και δημοσιογραφίας, γαλλικών πανεπιστημίων