Ο Περί Κοινοτήτων Νόμος (86(Ι)/99) προβλέπει ρητά στο Άρθρο 16 ότι: «Δεν μπορεί να διατελεί Κοινοτάρχης ή Μέλος Κοινοτικού Συμβουλίου πρόσωπο το οποίο: …(ζ) έχει διαγραφεί από τον εκλογικό κατάλογο» της κοινότητας. Αυτή η διάταξη εφαρμόστηκε από Επάρχους ως Έφοροι Εκλογής υπό την προϋπόθεση να προϋπάρχει απόφαση κατά τον Περί Αρχείου Πληθυσμού και Μετανάστευσης Νόμο (Ν.141(ι)/2002) ότι, υπήρξε «αλλαγή διεύθυνσης της κατοικίας εκλογέα».

Με βάση τον συνδυασμό αυτών των δύο Νόμων, υπήρξαν αποφάσεις όπου ο Έπαρχος διακήρυξε την απώλεια και αποφάσισε τη στέρηση, της ιδιότητας Προέδρου, ή Μέλους Κοινοτικού Συμβουλίου. Παράδειγμα η απόφαση απώλειας της ιδιότητας του Προέδρου, αλλά και του μέλους στην Κοινότητα της Ποταμίτισσας το 2009. Διοικητική απόφαση που ανατρέπει την ψήφο!

Μια εξουσία που ο Νόμος διαμόρφωσε, αλλά αμφισβητήθηκε ως Αντισυνταγματική ενώπιον του Ανωτάτου Δικαστηρίου που πρόσφατα ανέτρεψε και τις δύο αυτές αποφάσεις του Επάρχου για «παύση» εκλελεγμένου Κοινοτικού Συμβουλίου. Μια απόφαση όμως η οποία περιορίστηκε επί ενός καθαρά τυπικού νομικού σημείου, αφού έκρινε ότι: «…είναι όντως φανερή η επιδίωξη του νομοθέτη οι εκλογές να διενεργούνται επί αποκρυσταλλωμένου, κατά τον τελευταίο πριν τις εκλογές χρόνο, εκλογικού καταλόγου.

Τούτο σημαίνει πως ακόμα και διαπιστωμένη πληροφορία περί αλλαγής της διεύθυνσης κατοικίας εκλογέα, δεν θα μπορούσε κατ’ εκείνη την περίοδο να οδηγήσει σε διόρθωση εκλογικού καταλόγου κατ’ εφαρμογή του άρθρου 100. Συνεπακόλουθα, δεν θα μπορούσε, κατά την ίδια περίοδο, να εγερθεί μέσα από τέτοια διαδικασία, όπως αυτή που ακολουθήθηκε εν προκειμένω, ζήτημα κωλύματος εκλογιμότητας ή ασυμβιβάστου λόγω διαγραφής από τον εκλογικό κατάλογο, κατά τα προβλεπόμενα από το άρθρο 16(2) του Ν. 86(Ι)/1999.»

Τούτος ο λόγος ακύρωσης της επέμβασης του Επάρχου στο εκλογικό αποτέλεσμα άφησε, χωρίς κρίση, τον κύριο ισχυρισμό ότι, η διοικητική παρεμβολή του Επάρχου διά της οποίας ανατράπηκε η λαϊκή εντολή που ανέδειξε τον Πρόεδρο και το Μέλος ως αξιωματούχους του Κοινοτικού Συμβουλίου είναι αντισυνταγματική. Τούτο γιατί ένα τέτοιο αποτέλεσμα, ανατροπής ή ακύρωσης της λαϊκής επιλογής, θα μπορούσε να επέλθει μόνο με απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στο πλαίσιο μιας επί τούτου Εκλογικής Αίτησης.

Μπορεί να αποτελεί δικαίωμα του κάθε πολίτη η υποβολή ένστασης ή καταγγελίας κάθε περίπτωσης μη νόμιμης συμπερίληψης ενός προσώπου στον πίνακα ψηφοφόρων μιας Κοινότητας, όμως, δεν μπορεί με μια απλή απόφαση της Διοίκησης να μηδενίζεται το θεμελιώδες πολιτικό δικαίωμα της ψήφου, μέσω του οποίου μετουσιώνεται η αρχή της Δημοκρατίας.

Κάθε σύγχρονο δημοκρατικό πολίτευμα οφείλει όχι μόνο να παρέχει, αλλά και να σέβεται, να προστατεύει και να προάγει το δικαίωμα του εκλέγειν και εκλέγεσθαι. Δικαίωμα που δεν μπορεί, σύμφωνα με την αρχή της διάκρισης των εξουσιών, να ανατρέπει ο Έπαρχος, απλώς γιατί έκρινε ότι άλλαξε η διεύθυνση κατοικίας ενός εκλεγέντος ήδη τοπικού αξιωματούχου.

Το Κυπριακό Σύνταγμα, ρητά στο Άρθρο 31, έχει καθιερώσει, ως μια εκ των θεμελιωδών ελευθεριών του ατόμου κατά τη Δημοκρατική αρχή, το δικαίωμα κάθε πολίτη της Δημοκρατίας να εκλέγει αυτούς που θεωρεί άξιους να τον αντιπροσωπεύουν και επίσης να έχει το δικαίωμα να διεκδικεί ο καθένας εκλογή ως αντιπρόσωπος και εκφραστής της λαϊκής βούλησης, σε κάθε εκλογική διαδικασία που διεξάγεται κατά τον Νόμο.

Η τελική ετυμηγορία της λαϊκής θέλησης εκφράζεται διά της ψήφου σε νόμιμες εκλογές, που προϋποθέτουν διαδικασία προηγούμενης εξέτασης της νομιμότητας του καταλόγου ψηφοφόρων, όπως επίσης και της όποιας υποψηφιότητας που οδηγεί στην ανάδειξη των αντιπροσώπων των πολιτών της κάθε Κοινότητας στις εκάστοτε εκλογές.

Άρα είναι αντισυνταγματικά και αυθαίρετα που παρασχέθηκε νομοθετικά η «εξουσία» στον Έπαρχο να επεμβαίνει και να ανατρέπει, μετά τις εκλογές, την εκφρασθείσα λαϊκή ετυμηγορία και να στερεί, σε ένα εκλεγέν μέλος ενός Κοινοτικού Συμβουλίου την αρμοδιότητα να ασκεί τα καθήκοντά του. Διά του τρόπου αυτού, αποφασίζοντας και διατάσσοντας τη διαγραφή εκλελεγμένου προσώπου από τον κατάλογο εκλογέων στην Κοινότητα όπου εξελέγη, επεμβαίνει η διοίκηση στο εκλογικό αποτέλεσμα και ανατρέπει ανεπίτρεπτα την εκλογική επιλογή!

Είναι απαραίτητο να επιληφθεί επιτέλους της νομοθετικής συνταγματικής αυτής παραβίασης άμεσα η Βουλή. Είναι αναγκαίο προς προστασία και επιβεβαίωση της Δημοκρατικής αρχής και της υπεροχής του εκλογικού δικαιώματος. Μάλιστα, θα πρέπει να εκλείψει αυτή η αντισυνταγματικότητα πριν συζητηθεί η τόσο σημαντική πρόταση της Συμμαχίας Πολιτών για το δικαίωμα του κυρίαρχου λαού περί το Ανακλητό της εντολής προς αξιωματούχους που επέλεξε, πλην αυτών που παραβίασαν τις προεκλογικές δεσμεύσεις τους.

ΑΝΔΡΕΑΣ Σ. ΑΓΓΕΛΙΔΗΣ
Δικηγόρος