Μετά την ανάκαμψη της οικονομίας από την εισβολή, καταλήξαμε ότι θα μπορούσε να διασφαλιστεί απρόσκοπτη ανάπτυξη, όταν οι δραστηριότητές μας δεν θα στηρίζονταν σε ευκαιριακές συγκυρίες εκμετάλλευσης της αγοράς ή δεν θα ήταν του τύπου που εύκολα μπορεί να τις κάνουν κι άλλοι. Η Κύπρος, λόγω του μορφωτικού επιπέδου του ανθρώπινου δυναμικού της, πιο εύκολα από άλλες αναπτυσσόμενες χώρες θα μπορούσε να επεκταθεί σε τέτοιες δραστηριότητες, φτάνει να γινόταν αναπόσπαστο μέρος της αναπτυξιακής μας πολιτικής.
Έτσι στα Έκτακτα Σχέδια μιλήσαμε για την ανάγκη, παράλληλα με την απορρόφηση των ανέργων, για έργα και δράσεις έντασης κεφαλαίου, υψηλής προστιθέμενης αξίας και εξαγωγικού προσανατολισμού, που απαιτούν τεχνολογική αναβάθμιση της οικονομίας, καλύτερη ποιότητα και μεγαλύτερη ανταγωνιστικότητα. Οι αρχές αυτές ίσχυαν για τους τομείς που χρησιμοποιούν ή στηρίζονται σε επιστημονικές γνώσεις. Είναι αυτό που είκοσι χρόνια μετά έγινε γνωστό, μέσω της ΕΕ, ως οικονομία της γνώσης και της καινοτομίας.
Στα χρόνια εκείνα η Έρευνα κι Ανάπτυξη ήταν υποτυπώδεις. Η ακαδημαϊκή έρευνα ήταν ανύπαρκτη, γιατί απλούστατα δεν υπήρχαν οι σημερινές πανεπιστημιακές υποδομές. Έτσι, παράλληλα με τις προσπάθειες δημιουργίας τους, ενθαρρύναμε τις κυβερνητικές σχολές τριτοβάθμιας εκπαίδευσης κι άλλα ιδρύματα να ασχολούνται με την εφαρμοσμένη Ε&Α στα θέματα του γνωσιολογικού τους αντικειμένου. Πάντοτε βλέπαμε με συμπάθεια κι ενισχύαμε μέσω του Προϋπολογισμού Ανάπτυξης ανάλογες δραστηριότητες πολλών κυβερνητικών τμημάτων (Γεωργικού Ινστιτούτου, Τμημάτων Γεωργίας, Υδάτων, Δασών, Γεωλογικής Επισκόπησης, Δημοσίων Έργων, Φαρμακευτικών Υπηρεσιών, Κρατικού Χημείου κλπ). Όμως δεν είχε καταστεί ακόμη γενικότερη κουλτούρα η Ε&Α.
Και το ερώτημα που τίθεται είναι: Μετά την παρέλευση μερικών δεκαετιών λειτουργίας όλων των πανεπιστημίων, ερευνητικών κέντρων, ιδρυμάτων προώθησης έρευνας, πού βρισκόμαστε τώρα από πλευράς τεχνολογικής αναβάθμισης της οικονομίας; Το ερώτημα αυτό πρέπει να θέτει το Ίδρυμα Προώθησης Έρευνας & Τεχνολογίας, που ιδρύθηκε το 1996 για προώθηση της έρευνας και καινοτομίας. Δυστυχώς, σύμφωνα με πρόσφατη έκθεση της Ευρωπαϊκής Στατιστικής Υπηρεσίας, η Κύπρος ξοδεύει το χαμηλότερο ποσοστό του ΑΕΠ για Ε&Α μεταξύ των Χωρών της ΕΕ.
Το 2015 το ποσό αυτό αντιστοιχούσε στα 0,46% του ΑΕΠ σε σύγκριση με 2,03% στην ΕΕ. Ας σημειωθεί ότι τα περισσότερα ποσά δαπανήθηκαν στους επιχειρηματικούς τομείς σε όλες τις χώρες της ΕΕ εκτός από την Ελλάδα, την Κύπρο και τρεις άλλες χώρες όπου ήταν η τριτοβάθμια εκπαίδευση που απορρόφησε το μεγαλύτερο μέρος των δαπανών.
Αυτό εναποθέτει μεγαλύτερες ευθύνες στους ώμους των ακαδημαϊκών να εργαστούν μεθοδικά για τεχνολογική αναβάθμιση της Κύπρου. Είναι εδώ που η Πολιτεία θα πρέπει να επέμβει και να δώσει τις λύσεις. Οι ίδιοι οι ακαδημαϊκοί «βολεύονται» με το τι κάνουν: επιστημονική έρευνα, ικανοποίηση των ενδιαφερόντων τους, ανέλιξη στην ειδικότητά τους σε ευρωπαϊκό και διεθνές επίπεδο. Διαβάσαμε στον Τύπο τελευταία με ικανοποίηση πως το Πανεπιστήμιο Κύπρου κατέστη «ατμομηχανή έρευνας».
Παρά τα λίγα χρόνια λειτουργίας του, το Πανεπιστήμιο διαχειρίζεται μεγάλα ερευνητικά προγράμματα ύψους πολλών εκ. ευρώ. Στο τετράμηνο Σεπτ. 2016-Δεκ. 2016 υπήρχαν σε εξέλιξη 25 ερευνητικά προγράμματα, για τα οποία το Πανεπιστήμιο έλαβε συνολική χρηματοδότηση γύρω στα 22 εκ. ευρώ, κυρίως από την ΕΕ.
Ενώ χαιρόμαστε για τις θετικές αυτές εξελίξεις, από την άλλη παρατηρούμε ότι ακόμη «ο πλούτος και η δύναμη της σύγχρονης εποχής, δηλαδή η γνώση, η έρευνα και η καινοτομία» όπου επενδύει το Πανεπιστήμιο κατά τον Πρύτανη Κωνσταντίνο Χριστοφίδη, δεν άρχισε να διοχετεύεται στην πραγματική οικονομία της Κύπρου. Ασφαλώς χρειάζεται κάποιος χρόνος για να γίνει αυτό.
Η παρέμβασή μου αποσκοπεί ακριβώς στο να βοηθήσω να μεταβούμε το συντομότερο από την ακαδημαϊκή έρευνα στην εφηρμοσμένη. Το Πανεπιστήμιο Κύπρου, ως δημόσιο ίδρυμα, θα αντιμετωπίσει το δίλημμα με ποιον τρόπο θα συνδεθεί με την πραγματική οικονομία. Το ίδιο ισχύει και για όλα τα μη ιδιωτικά ερευνητικά ιδρύματα (CyI, CIIM κλπ).
Σε μια ελεύθερη οικονομία, που οι περισσότερες δραστηριότητες είναι στα χέρια των ιδιωτών, το Δημόσιο πρέπει να είναι ιδιαίτερα προσεκτικό να μην κατηγορηθεί για ευνοιοκρατία. Επειδή στην περίπτωση αυτή δεν είναι εύκολο να χρησιμοποιηθεί η συνηθισμένη μέθοδος του ανοικτού διαγωνισμού (προσφορών), θα πρέπει να επινοηθεί μια άλλη μέθοδος.
Όταν στη δεκαετία του 1980 αντιμετωπίσαμε το ίδιο δίλημμα, στην προσπάθειά μας να ενθαρρύνουμε τις κυβερνητικές σχολές/τμήματα να χρησιμοποιούν τις γνώσεις κι εμπειρίες τους για τέτοιους σκοπούς, με τον τότε Διευθυντή του ΑΤΙ Γιώργο Χριστοδουλίδη προωθήσαμε ειδικό σχέδιο, με το οποίο επιτρεπόταν στους Λέκτορες να ασχολούνται με Ε&Α στη βιομηχανία μέχρις ενός ορίου και να παρακρατούν ένα μέρος της αμοιβής, σε μια προσπάθεια υποβοήθησης και ενθάρρυνσής της.
Οι ίδιοι οι Λέκτορες θα αποφάσιζαν με ποιες εταιρείες ή ομάδες θα συνεργάζονταν, δηλαδή με εκείνους που θα είχαν τις καλύτερες πιθανότητες επιτυχίας, με όρους που δεν θα επηρέαζαν τις υποχρεώσεις τους στο ΑΤΙ. Θα δήλωναν τους όρους και τα οφέλη που θα είχαν από αυτή τη συνεργασία στη Διεύθυνση, που, αφού την ενέκρινε, θα την υπέβαλλε στο Γενικό Λογιστήριο του Κράτους για τα σχετικά.
Ως αποτέλεσμα, ένας σημαντικός αριθμός Λεκτόρων και Τεχνικών συνεργάστηκαν με βιομηχανικές κι άλλες μονάδες. Ακόμη και σήμερα, ορισμένα από τα προϊόντα που κυκλοφορούν στην αγορά είναι αποτέλεσμα αυτής της συνεργασίας. Είναι κάτι παρόμοιο που θα έβλεπα για την περίπτωση του Πανεπιστημίου Κύπρου κι άλλων δημόσιων ιδρυμάτων και υπηρεσιών, αν θέλουμε να αξιοποιήσουμε την έρευνα που γίνεται εκεί.
ΔΡ ΙΑΚΩΒΟΣ ΑΡΙΣΤΕΙΔΟΥ
Πρώην Υπουργός
Πρώην Γενικός Διευθυντής Γραφείου Προγραμματισμού
www.iacovosaristidou.com




