Δεν γράφω συνήθως για το κυπριακό ζήτημα. Ο λόγος είναι ότι αμέτρητοι «ειδικοί» και μη ανέλαβαν αυτόν τον ρόλο, κατακλύζοντας τις εφημερίδες με τα γραφόμενά τους ή παρουσιαζόμενοι συχνότατα στα διάφορα κανάλια και ραδιόφωνα. Πιστεύω όμως ότι σε αυτή τη φάση που βρίσκεται το κυπριακό ζήτημα θα έπρεπε κι εγώ να πω μερικές σκέψεις μου πάνω σε αυτό το θέμα. Ίσως αυτό βοηθούσε.

Βλέποντας την κατάσταση που δημιουργήθηκε με τη λεγόμενη «Διάσκεψη για την Κύπρο» στις 12 Ιανουαρίου και τις «Εγγυήτριες Δυνάμεις», θυμήθηκα εποχές του 19ου αιώνα και του 20ού αιώνα, πριν από τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο. Με την Ελληνική Επανάσταση του 1821 υπήρχαν «οι Προστάτιδες και Εγγυήτριες Δυνάμεις» της Ελλάδας, που ήταν η Αγγλία, η Γαλλία και η Ρωσία. Μετά δημιουργήθησαν στην Ελλάδα το φιλο-αγγλικό, το φιλο-γαλλικό και το φιλο-ρωσικό κόμμα, πολιτικά κόμματα που ακολουθούσαν το καθένα τις Δυνάμεις που το «προστάτευαν».

Η κατάσταση αυτή συνεχίστηκε μέχρι περίπου το τέλος του 19ου αιώνα. Παρ' όλο που το θέμα των εγγυητριών Δυνάμεων στην Κύπρο υφίσταται λόγω των συμφωνιών του 1960, εντούτοις απ' ό,τι γνωρίζω τέτοιο καθεστώς δεν υφίσταται σε κανένα άλλο ανεξάρτητο κράτος στην εποχή μας. Κράτη υπό κηδεμονία στην ουσία δεν υπάρχουν στην εποχή μας και το Συμβούλιο Κηδεμονιών (Trusteeship Council) του ΟΗΕ είναι ουσιαστικά ανενεργό.

Ο τρόπος που συμπεριφέρονταν οι Εγγυήτριες Δυνάμεις σύμφωνα με τις Συνθήκες του 1960 απέναντι στην Κυπριακή Δημοκρατία και το όλο σκηνικό είναι πρωτόγνωρος στην εποχή μας για ένα ανεξάρτητο κράτος.

Ορισμένοι πιστεύουν και διερωτώνται γιατί παίρνει τόσο χρόνο η διαπραγμάτευση και γιατί τόση λεπτομερή διαπραγμάτευση και γιατί συνέχεια οι Τουρκοκύπριοι, οι οποίοι αριθμητικά είναι ή πρέπει να είναι μια μειονότητα 18%, ζητούν ακριβώς τα ίδια δικαιώματα με τους Ελληνοκυπρίους, που είναι ή πρέπει να είναι ή αριθμητική πλειοψηφία. Ο λόγος είναι ότι διαπραγματευόμαστε ένα λεγόμενο ομοσπονδιακό κράτος, στο οποίο οι Τουρκοκύπριοι αξιούν, μεταξύ άλλων, πολιτική ισότητα. Εάν κάποιοι δεν συμφωνούν με αυτά, τότε πρέπει να καταλάβουν ότι ο λόγος είναι το πολίτευμα και το ειδικό πολίτευμα που διαπραγματευόμαστε. Αυτό που αποκαλούμε «Διζωνική Δικοινοτική Ομοσπονδία».

Διερωτάται επίσης κάποιος, αν θα έπρεπε στη διαπραγματευτική ομάδα ή ως λαμβάνοντες μέρος στις συζητήσεις να συμπεριληφθούν και αντιπρόσωποι των Λατίνων, των Αρμενίων και των Μαρωνιτών.

Υπάρχει, όμως, ένα για μένα ενθαρρυντικό στοιχείο στην παρούσα διαπραγμάτευση: Οι δηλώσεις του νέου Γενικού Γραμματέα κ. Αντόνιο Γκουτέρες, ο οποίος είπε, με δύο λόγια, σύμφωνα με πληροφορίες του Τύπου, ότι δεν μπορεί κανένας να αναμένει θαύματα για άμεση λύση και κυρίως ότι δεν ψάχνουν για μια γρήγορη λύση, αλλά για μια σταθερή και διαρκή λύση για την Κυπριακή Δημοκρατία και τις κοινότητές της. Αυτό είναι πολύ ενθαρρυντικό και ελπίζουμε ότι ο νέος Γενικός Γραμματέας θα δώσει οδηγίες στους συνεργάτες του να ακολουθούν αυτή την τακτική.

Παρατήρησα επίσης ότι ο κ. Έιντε, στη συνέντευξή του της 13ης Ιανουαρίου, ανέφερε μερικές φορές και έδειξε ακριβώς το αντίθετο, δηλαδή το θέμα της όσο το δυνατόν πιο γρήγορης εξεύρεσης λύσης. Πιστεύω ότι όλοι επειγόμαστε για λύση, αλλά η λύση πρέπει να είναι αποδεκτή από τη μεγάλη πλειοψηφία των πολιτών των κοινοτήτων της Κυπριακής Δημοκρατίας και να μπορεί να είναι διαρκής και βιώσιμη. Γιατί θέλουμε μια διαρκή και βιώσιμη λύση, όχι μια λύση η οποία θα καταρρεύσει μετά από μήνες ή λίγα χρόνια.

ΔΡ ΧΡΙΣΤΟΣ ΑΧΙΛΛΕΩΣ ΘΕΟΔΟΥΛΟΥ
[email protected]
Δικηγόρος,
Διδάκτωρ Πολιτικών Επιστημών & Διεθνών Σχέσεων