...της ασφάλειας και των εγγυήσεων;
Το πρόβλημα της ασφάλειας, όσον αφορά τη στρατιωτική του διάσταση και την παρουσία των κατοχικών δυνάμεων στο νησί, όπως και των εγγυήσεων, είναι πρωτίστως πολιτικό και στρατηγικό και μετά τεχνικό
Με εκτεταμένη μελέτη μας, 6 Σεπτεμβρίου 2016, που μοιράσαμε ευρέως στην πολιτική ηγεσία, καθώς και με αρθρογραφία μας, είχαμε υπογραμμίσει ότι: Με τις διαμετρικά αντίθετες θέσεις και τις «κόκκινες γραμμές» των αντιπάλων πλευρών στο θέμα της ασφάλειας και των εγγυήσεων, η προσπάθεια εξεύρεσης λύσης στο πρόβλημα αυτό θα έμοιαζε με προσπάθεια τετραγωνισμού του κύκλου.
Όπως φαίνεται από τα αποτελέσματα της Διάσκεψης για την Κύπρο στη Γενεύη στις 12 Ιανουαρίου, δεν μπόρεσε όντως αυτό να επιτευχθεί και τα εμπλεκόμενα μέρη αφήνουν τώρα την προώθησή του στα χέρια τεχνοκρατών. Όπως όμως θα αναπτυχθεί πιο κάτω, χωρίς πολιτικές συγκλίσεις αυτό θα αποδειχθεί ακατόρθωτο γεγονός.
Κατ' αρχήν όσον αφορά την πολιτική συζήτηση του θέματος, στη μελέτη υποδεικνύονται τα εξής: Για να μπορέσει να είναι πιο παραγωγική η τυχόν διαπραγμάτευση επί του προκειμένου, θα πρέπει να συμφωνηθεί προηγουμένως το περίγραμμα μέσα στο οποίο θα διεξαχθεί. Να διασαφηνιστούν οι έννοιες της ασφάλειας, της απειλής και τι σημαίνουν για την κάθε πλευρά, ώστε να αντιλαμβάνεται καλύτερα η μια την άλλη.
Δυστυχώς, όπως φάνηκε και από τη συνέντευξη του Νορβηγού Ειδικού Αντιπρόσωπου του Γ.Γ. του ΟΗΕ, Έσπεν Μπαρθ Έιντε, μετά το πέρας της Διάσκεψης, έπρεπε να βρεθούν αντιμέτωποι με το πρόβλημα αυτό στη Γενεύη για να γίνει κατανοητό.
Διερωτάται όμως κανείς, όλοι οι αξιότιμοι διαπραγματευτές και οι σεβαστοί τεχνοκράτες-σύμβουλοι, που πλαισιώνουν τις εκάστοτε αντιπροσωπίες και ιδίως ο κ. Έιντε, που στη συνέντευξή του επανέλαβε ότι έχει εμπειρίες στη διευθέτηση συγκρούσεων, δεν γνωρίζουν ότι:
Σε οποιαδήποτε προσπάθεια επίλυσης κρίσης ή σύγκρουσης, η διασαφήνιση όρων, εννοιών και το πώς εκλαμβάνει η κάθε πλευρά το πρόβλημα και τις θέσεις της άλλης, αποτελεί βασική προϋπόθεση; Το γεγονός ότι τώρα, μετά από τόσα χρόνια, αναγνωρίζεται αυτό στο Κυπριακό, κάθε άλλο παρά αποτελεί ένδειξη επάρκειας και αποτελεσματικών χειρισμών.
Βέβαια στη Διάσκεψη μπορεί για πρώτη φορά να τέθηκε θέμα ασφάλειας και εγγυήσεων προς συζήτηση με παρούσα την Τουρκία, αλλά τα πράγματα επί του εδάφους είναι πιο δύσκολα απ' ό,τι φαίνονται. Κατ' αρχήν, η αποτυχία εξεύρεσης κοινού εδάφους επίλυσης του καυτού προβλήματος της ασφάλειας και των εγγυήσεων πριν φτάσουμε στη Διάσκεψη, όπως διαπιστώθηκε στη συνεδρία των πέντε (συν η Ε.Ε.), παρά τις διαβουλεύσεις Έιντε και άλλων ενδιαφερομένων, είναι βασικός λόγος γιατί δεν κατέστη καν δυνατή η διαπραγμάτευση του θέματος.
Ο Νορβηγός διπλωμάτης πρέπει βέβαια να γνώριζε ότι πήγαιναν στη Διάσκεψη χωρίς να υπάρχει κοινό έδαφος, αλλά ίσως να προσδοκούσε ότι κάποια κοινή βάση θα μπορούσε να βρεθεί εκεί. Ωστόσο, τα μέρη στη Διάσκεψη περιορίστηκαν απλώς σε διατύπωση των γνωστών τους θέσεων. Ο δε Τούρκος ΥΠΕΞ Μεβλούτ Τσαβούσογλου -προφανώς προσχεδιασμένα- δεν άφησε καθόλου χρονικά περιθώρια για περαιτέρω συζήτηση ή για κάποιες συγκλίσεις, γιατί βιαζόταν, έλεγε, να επιστρέψει στην Τουρκία, ενώ με νέες απαιτήσεις του καθιστούσε το όλο ζήτημα ακόμη πιο δύσκολο.
Με την αποτυχία της Διάσκεψης της Γενεύης να δώσει λύση στο πρόβλημα της ασφάλειας και των εγγυήσεων, οι πολιτικές αντιπροσωπίες ανέθεσαν τον ρόλο του τετραγωνισμού του κύκλου σε ομάδα τεχνοκρατών, που, όπως είπε ο κ. Έιντε, «θα εργαστούν επί συγκεκριμένων ιδεών, πιθανών επιλογών και προτάσεων», τις οποίες θα υποβάλουν «για μια δομημένη τελική συζήτηση μεταξύ των Αρχών, που θα λάβει χώραν αργότερα».
Όμως το πρόβλημα της ασφάλειας όσον αφορά τη στρατιωτική του διάσταση, την παρουσία των κατοχικών δυνάμεων στο νησί, όπως και των εγγυήσεων είναι πρωτίστως πολιτικό και στρατηγικό και μετά τεχνικό. Έχει να κάνει με εθνικούς στόχους και με στρατηγικούς προσανατολισμούς, όπως αυτοί καθορίζονται από τις εκλεγμένες ηγεσίες των πρωταγωνιστών.
Γι' αυτό αν δεν υπάρξουν μεταβολές ή κοινά αποδεκτές υποχωρήσεις και συγκλίσεις από τις πολιτικές ηγεσίες των εμπλεκομένων μερών, για να δοθούν και οι ανάλογες κατευθύνσεις στην ομάδα των τεχνοκρατών, δεν μπορεί να προκύψουν σοβαρές προτάσεις ή λύσεις -τεχνικές ή μη- στο επίπεδο αυτό. Ο Έσπεν Μπαρθ Έιντε, λοιπόν, θα πρέπει να συγκεντρώσει τις προσπάθειες επίλυσης του προβλήματος στο πολιτικό και όχι τόσο στο τεχνοκρατικό πεδίο, ειδάλλως η αποτυχία και εδώ είναι προδιαγεγραμμένη.
ΑΡΙΣΤΟΣ ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΟΥΣ
Πρώην βουλευτής, Ειδικός σε Θέματα Άμυνας και Στρατηγικής




