Είναι κοινά αποδεκτό ότι η πολυδιαφημιζόμενη μεταρρύθμιση του τομέα της Υγείας με την εφαρμογή του ΓεΣΥ έχει καταστεί μια πολυετής πολιτική υπόσχεση προς τον κυπριακό λαό χωρίς ουσιαστικό περιεχόμενο, η οποία προκαλεί πολιτικές και, όχι μόνο, αντιπαραθέσεις. Γιατί όμως δεν έχει εφαρμοστεί μέχρι σήμερα το ΓεΣΥ; Ποιοι πραγματικά ευθύνονται; Ποιους τα συμφέροντα εξυπηρετούνται με τη μη εφαρμογή του ΓεΣΥ;
Σύμφωνα με τις θεωρίες της Σύγχρονης Δημόσιας Διοίκησης, στόχος του κάθε κράτους θα πρέπει να είναι η βελτιστοποίηση των υπηρεσιών που παρέχονται προς τους πολίτες του μέσω του εκσυγχρονισμού και της εισαγωγής νέων βέλτιστων πρακτικών και μεθόδων, που θα συγκρατούν ή και θα περιορίζουν το κόστος. Η δημόσια υπηρεσία δεν αποτελεί κερδοσκοπικό φορέα, έτσι με τη συγκράτηση ή τον περιορισμό των δαπανών μιας υπηρεσίας, επιτυγχάνεται η εξασφάλιση επιπλέον πόρων σε κοινωνικές παροχές ή ακόμη και μείωση των φόρων που επιβάλλονται στους πολίτες ενός κράτους. Απώτερος στόχος είναι, μέσω των μεταρρυθμίσεων, να επιλύονται δομικά προβλήματα που αφορούν τη δημόσια υπηρεσία και να παρέχονται οι προϋποθέσεις για περαιτέρω ανάπτυξη της οικονομίας μιας χώρας.
Ο τομέας της Υγείας αποτελεί στα σύγχρονα κράτη μια κοινωνική παροχή της πολιτείας προς τους πολίτες με ένα σημαντικό και ραγδαία οικονομικά αναπτυσσόμενο κύκλο εργασιών σε παγκόσμια βάση.
Σύμφωνα με τις υποχρεώσεις που έχει αναλάβει η Κυπριακή Δημοκρατία προς την Ε.Ε., είναι επιβεβλημένη η εφαρμογή ενός καθολικού συστήματος υγείας προς όλους τους πολίτες της Κυπριακής Δημοκρατίας. Εντούτοις, κάθε κράτος μέλος έχει σε λειτουργία το δικό του σύστημα υγείας, προσαρμοσμένο στις ανάγκες των πολιτών και τις οικονομικές δυνατότητες του κράτους. Κοινός παρονομαστής όλων των συστημάτων υγείας είναι η παροχή από το κράτος ενός καθολικού πακέτου ιατροφαρμακευτικών υπηρεσιών, που ανταποκρίνονται στις ανάγκες των ασθενών της εκάστοτε πολιτείας.
Στην περίπτωση της Κύπρου, η αναγκαιότητα για την εφαρμογή ενός Εθνικού Συστήματος Υγείας είχε εντοπιστεί από το 1968 και ύστερα από μια σειρά διαβουλεύσεων και μελετών είχε ψηφισθεί το νομοσχέδιο για το ΓεΣΥ το 2001. Αν και η κάθε επαγγελματική, εργατική, εργοδοτική ομάδα ή σύνδεσμος έχουν την ευχέρεια, μέσα στο πλαίσιο του δημοκρατικού διαλόγου, να τοποθετηθούν για τις οποιεσδήποτε πολιτικές αποφάσεις που αφορούν τη μεταρρύθμιση, εντούτοις, την τελική ευθύνη για την εφαρμογή της εκάστοτε νομοθεσίας έχει αποκλειστικά η Εκτελεστική Εξουσία και οι Υπηρεσίες οι οποίες υπόκεινται σε αυτή.
Επί του πρακτέου, έχουν περάσει δεκαέξι χρόνια και ακόμα οι εκάστοτε κυβερνήσεις δεν έχουν προχωρήσει με την εφαρμογή του ΓεΣΥ, όχι επειδή κάποιοι κύκλοι εμπόδιζαν την εφαρμογή της εν λόγω μεταρρύθμισης, αλλά κυρίως γιατί η σχεδιασμένη μεταρρύθμιση δεν ακολούθησε βασικές αρχές που διέπουν τις μεταρρυθμίσεις της δημόσιας υπηρεσίας, οι οποίες θα καταδείκνυαν την επιτυχία της και τον βαθμό ωφελιμότητάς της σε σχέση με την επίλυση των διαχρονικών προβλημάτων που αντιμετωπίζει ο τομέας της Υγείας. Ως εκ τούτου, η εκάστοτε Εκτελεστική Εξουσία δεν μπορεί με ασφάλεια να εκτιμήσει το πολιτικό κόστος και το πολιτικό όφελος της σχεδιαζόμενης μεταρρύθμισης και έτσι αποφεύγει να την εφαρμόσει, αφού ενδεχομένως η πολιτική αυτή απόφαση να επιφέρει αρνητικά επακόλουθα σε σχέση με τη μελλοντική τους εκλογική δύναμη.
Παρ’ όλ' αυτά, η αναγκαιότητα της εφαρμογής ενός καθολικού συστήματος υγείας το οποίο (α) θα παρέχει σε όλους τους πολίτες ολοκληρωμένη ποιοτική ιατροφαρμακευτική περίθαλψη, (β) θα ρυθμίζει τόσο τον ιδιωτικό όσο και τον δημόσιο τομέα υγείας, (γ) θα επιλύει τα δομικά προβλήματα που αντιμετωπίζει ο τομέας και (δ) θα δίνει νέες προοπτικές αναβάθμισης, είναι δεδομένη και παραμένει επιτακτική. Ο τρόπος, η μέθοδος και οι λεπτομέρειες της εφαρμογής της μεταρρύθμισης παραμένουν ωστόσο ασαφείς.
Επιπλέον, πρέπει να σημειωθεί ότι, κατά την άποψή μου, το θέμα της μεταρρύθμισης του τομέα της Υγείας, όπως άλλωστε και σε άλλους τομείς της πολιτικής και κοινωνικής ζωής της χώρας μας, έχει δογματοποιηθεί και πολιτικοποιηθεί ξεφεύγοντας από την ουσία του. Πιστεύω ότι σήμερα η μεταρρύθμιση του τομέα της Υγείας στην ουσία δεν αντιμετωπίζεται ως θέμα βελτιστοποίησης των παρεχόμενων υπηρεσιών υγείας προς τους ασθενείς μας και ως θέμα εκσυγχρονισμού του τομέα με στόχο την αναβάθμισή του, αλλά ως μέσο ικανοποίησης συμφερόντων διαφόρων ομάδων, παρεκκλίνοντας από την επίλυση των πραγματικών προβλημάτων του τομέα της Υγείας.
Στο πλαίσιο αυτής της δογματοποίησης της μεταρρύθμισης έχουν εισαχθεί και συμφέροντα τα οποία πολλές φορές είναι ξένα από τον πραγματικό στόχο που θα έπρεπε να έχει η καθ’ αυτό μεταρρύθμιση. Το πιο τρανταχτό παράδειγμα είναι η πολύμηνη διαμάχη μεταξύ διαφόρων πολιτικών ομάδων, καθώς και επαγγελματιών υγείας, όσον αφορά τον τρόπο λειτουργίας του συστήματος - μονοασφαλιστικό ή πολυασφαλιστικό - ως εάν να είναι αυτό το πραγματικό πρόβλημα που αντιμετωπίζει ο τομέας της Υγείας και όχι η βελτιστοποίηση και αναβάθμιση των συνθηκών παροχής ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης με σκοπό να διευκολυνθούν οι χιλιάδες ασθενείς και οι επαγγελματίες που εργάζονται στον εν λόγω τομέα.
Παράλληλα, τεχνηέντως κάποιοι κύκλοι αποφεύγουν να μπουν σε μια εις βάθος συζήτηση αναφορικά με το ύψος του προϋπολογισμού του ΓεΣΥ και τη δυνατότητα διασφάλισης ολοκληρωμένων ποιοτικά αναβαθμισμένων υπηρεσιών υγείας προς τους συμπολίτες μας, παραθέτοντας πλαστές και άνευ ουσίας ρητορικές και στοχοποιώντας επαγγελματικές ομάδες του τομέα της υγείας, με σκοπό να παραπλανήσουν την κοινή γνώμη από τα πραγματικά προβλήματα που κατά καιρούς εγείρονται. Σημειώνεται ότι ο σημερινός διαθέσιμος προϋπολογισμός για το ΓεΣΥ είναι πολύ χαμηλότερος από τον μέσο όρο της Ε.Ε., δημιουργώντας εύλογα ερωτήματα για την ορθότητα των υπολογισμών αλλά και για την τελική επιτυχία του όλου εγχειρήματος της μεταρρύθμισης.
Πρέπει να λάβουμε υπ' όψιν μας ότι εάν η μεταρρύθμιση του ΓεΣΥ αποτύχει, θα υπάρχει άμεσος αντίκτυπος στην υγεία χιλιάδων συμπολιτών μας και θα αποτελέσει άλλοθι από συγκεκριμένους κύκλους για την προώθηση και επιβολή νέων μεταρρυθμίσεων και πολιτικών, που σήμερα δεν είναι αποδεκτές από την πλειοψηφία της πολιτικής ηγεσίας του τόπου και των κοινωνικών εταίρων.
Αυτό που απουσιάζει γενικότερα από την κυπριακή κοινωνία είναι το αίσθημα της αλληλεγγύης και το όραμα για μια ανθρωποκεντρικού χαρακτήρα πολιτεία, η οποία θα νοιάζεται και θα προνοεί για τους πολίτες της, ειδικότερα για τους δυσπραγούντες. Ο τομέας της Υγείας είναι ένας ευαίσθητος τομέας που έχει να κάνει με ανθρώπινες ζωές. Ο σωστός σχεδιασμός του ΓεΣΥ, η εύρυθμη λειτουργία του, αλλά και η διασφάλιση ορθών συνθηκών εργασίας και ικανοποιητικών απολαβών στους επαγγελματίες υγείας αποτελούν προαπαιτούμενα συστατικά για την ομαλή και επιτυχή εφαρμογή της μεταρρύθμισης.
Ας σταματήσουν, λοιπόν, κάποιοι να αναζητούν αποδιοπομπαίους τράγους για επικοινωνιακή κατανάλωση σε σχέση με τη μέχρι σήμερα μη εφαρμογή του ΓεΣΥ και τις υφιστάμενες δυσκολίες που αντιμετωπίζει η πολιτεία να το εφαρμόσει και ας συνεργαστούμε όλοι μαζί, ώστε να διασφαλίσουμε την ορθότητα των μεταρρυθμίσεων με στόχο να έχουν διάρκεια στον χρόνο και να εξυπηρετούν το δημόσιο συμφέρον. Μια μεταρρύθμιση για την οποία θα μπορούμε να είμαστε υπερήφανοι και θα αποτελεί μια θετική παρακαταθήκη για τις γενεές που θα ακολουθήσουν μετά από εμάς.
ΧΡΙΣΤΟΣ ΞΕΝΟΦΩΝΤΟΣ
Γενικός Διευθυντής
Παγκύπριου Ιατρικού Συλλόγου




