Για βάστα μια στιγμή, νεαρέ, ακόμα δεν ήρθες! Εδώ κάναμε «κρα» να τσακιστεί να φύγει ο γρουσούζης ο δίσεκτος, οι σβερκιές που μας έριξε ακόμα πονάνε. Τον τρέμαμε όσοι μάς έλαχε να τον ζήσουμε στο πετσί μας. Μα οι φόβοι μας χαδάκι αύρας θαλασσινής μπροστά στο τσουνάμι των συμφορών που μας πέταξε κατακέφαλα. Θεέ μεγαλοδύναμε, τι σεισμοί, λιμοί, καταποντισμοί, πέρα από κάθε προηγούμενο. Μα πάνω απ’ όλα, τι θανατικό ήταν αυτό.

Ο ένας πίσω απ’ τον άλλο άνθρωποι φωτισμένοι που πλούτισαν τον κόσμο της τέχνης, του πνεύματος, του πολιτισμού. Και καλά, αυτοί όσο και να πονά, μονάδες. Λίγοι τους κλάψανε. Τις χιλιάδες ποιος να τις πρωτοκλάψει; Μόνο η Μεσόγειος τέσσερεις χιλιάδες ψυχές χώνεψε, δεν πήγαιναν κρουαζιέρα με φουσκωτό, να σωθούν πάλευαν. Άφωνοι να βλέπουμε να ξεβράζει το κύμα μωρά σαν πάνινες κούκλες στα ελληνικά νησιά. Ν’ ανοίγουν οι ρημαγμένοι από την κρίση αγκαλιά, ντουλάπα, ψυγείο.

Να χειμωνιάζει και να στοιβάζονται οι κυνηγημένοι (εξήντα χιλιάδες μόνο από τη Συρία) μες στο χιόνι, μες στο χιόνι, μες στη λάσπη, νηστικοί, ξεπαγιασμένοι, αποκλεισμένοι από την «ευρωπαϊκή!» (ναι, πολύ!) δικαιοσύνη κι ανθρωπιά της γερμανοκρατούμενης ηπείρου. Κλειστά τα σύνορα, κόψε το σβέρκο σου καημένη ψωροκώσταινα (σου ’μεινε το παρατσούκλι από το πέρασμα του βασιλιά Κωνσταντίνου Α΄, όχι Β΄ των ημερών μας!) να το πληρώσεις κι αυτό το ναζιστικό έγκλημα.

Πρωτάρα είσαι;
Κι ο «πολυχρονεμένος» (Θεέ μου φύλαγε) σουλτάνος Ερντογάν να κρύβει άσους στο μανίκι. Έτσι και κάνει πως ανοίγει τα σύνορα, μην τις είδατε, μην τις απαντήσατε τις χιλιάδες που κρατά καβάντζα, μεζές για τους λύκους θα γίνουν. Το παίζει το παιχνίδι όπως θέλει. Με το Κυπριακό, με τα πετρέλαια, με την κατάντια της Ελλάδας, με τις σχέσεις του μια έτσι μια γιουβέτσι. Πραξικοπήματα, γιαλαντζί ή όχι, χιλιάδες στις φυλακές, εκατοντάδες νεκροί σε βομβιστικές ενέργειες καμικάζι αυτοκτονίας, ακόμα και μικρά παιδιά οδηγούνται στον θάνατο για μια θρησκεία.

Ξαποστέλλοντας τον γρουσούζη, στα τρελά μας όνειρα δοσμένοι κατά πως το λέει ο Μήτσος (ένας είναι ο Μητροπάνος) κι ας ξέραμε τη συνέχεια «πάντα γελαστοί και γελασμένοι» υποδεχθήκαμε την αλλαγή μες στην τρελή χαρά. Και, ω του θράσους, ούτε μια ώρα δεν μας χάρισε ο καινούργιος. Στην καρδιά του βασιλείου του σουλτάνου ο τζιχαντιστής χτυπά με το αυτόματο. Σαράντα αθώες ψυχές, μανούλες μικρών παιδιών, φοιτητές, σερβιτόροι, για να τιμωρηθούν, λέει, οι πλούσιοι. «Αλλάχ ουάκμπαρ», μεγάλος ο θεός και όποιον πάρει ο χάρος.

Μια στιγμή, ρε φίλε, δεν είπαμε κι έτσι. Γρουσούζης, γρουσούζης ο δίσεκτος, μα τουλάχιστον ώς τον Φλεβάρη, κύριος, τζέντλεμαν, πώς το λένε. Εσύ ούτε μια ώρα να μας αφήσεις να χαρούμε την άφιξή σου; Φταίει τώρα κανείς να σου πετάξει κανένα «στον αγύριστο» έτσι νωρίς-νωρίς; Να μου πεις, άντε και στο πέταξε, τι θα γίνει; Στην ώρα σου θα φύγεις κι όπως άρχισες όποιος αντέξει. Μα τι κάθομαι και σου λέω τώρα; Πάνε χρόνια που με τρυφερή μελωδία του ο Χατζιδάκις έφερε στα χείλη μας τους στίχους του Γκάτσου, στην ιστορία του Κεμάλ που πίστεψε πως μπορούσε ν’ αλλάξει τον κόσμο, στη Μοσούλη, στη Βασόρα που -σύμπτωση;- καίγονται και στις μέρες μας.

Μπροστά στην κρεμάλα μιλάει ο δυνατός:
«Νικημένο μου ξεφτέρι, δεν αλλάζουν οι καιροί
με φωτιά και με μαχαίρι πάντα ο κόσμος προχωρεί»
Κατά πού; Παίζεται!

Και το κερασάκι στην τούρτα, κληρονομιά κι αυτό του απελθόντος, ο νέος πλανητάρχης, ολίγον κομπιναδόρος, ολίγον φαιδρός, ολίγον έκφυλος κι εντελώς άσχετος με την πολιτική, θα τη σώσει την ανθρωπότητα, πού θα πάει! Και με τις υγείες μας, όπως αρχίσαμε, χρονιάρες μέρες.

ΑΛΕΚΑ ΓΡΑΒΑΡΗ ΠΡΕΚΑ