Ακόμα και ο πιο σκληρός απορριπτικός, ο Τάσσος Παπαδόπουλος, απέφυγε να ασχοληθεί με το θέμα κατάργησης των Εγγυήσεων, γιατί καταλάβαινε πως ήταν ένα άσχετο με την πραγματικότητα θέμα

Όλα ανεξαίρετα τα ελληνοκυπριακά κόμματα έχουν μια «κόκκινη γραμμή» στο Κυπριακό. Κανείς δεν δέχεται οποιαδήποτε λύση που προβλέπει τουρκικές εγγυήσεις. Από την άλλη πλευρά, η συντριπτική πλειοψηφία των Τουρκοκυπρίων και με απόλυτη σαφήνεια η Άγκυρα δηλώνουν πως λύση χωρίς τουρκικές εγγυήσεις είναι αδύνατη. Αν δεν υπάρξει ουσιαστική υπαναχώρηση από κάποιους, όλη η προσπάθεια για λύση του Κυπριακού θα καταλήξει σε ένα νέο φιάσκο.

Για τα απορριπτικά κόμματα αυτό είναι χαράς ευαγγέλιο. Το μόνο που έχουν να κάνουν είναι να περιμένουν μέχρι τη διεθνή διάσκεψη για να «δικαιωθούν», αφού θα μπορούν να πουν πως έγκαιρα προειδοποιούσαν για την «αδιαλλαξία της Άγκυρας». Η έξαρση του εθνικισμού και η επικράτηση ακραίων απόψεων θα είναι σίγουρη.

Το πρόβλημα βρίσκεται στο γεγονός ότι για άλλη μια φορά θα χάσουμε την ευκαιρία. Ώσπου κάποια στιγμή η προσάρτηση της Βόρειας Κύπρου στην Τουρκία θα μπει πραγματικά στην ατζέντα.

Μπροστά σ’ αυτές τις πραγματικότητες γεννιέται το ερώτημα, γιατί τόσο ο Πρόεδρος Αναστασιάδης όσο και τα κόμματα που υποστηρίζουν λύση επιμένουν να αποκλείουν οποιασδήποτε μορφής εγγυήσεις;

Το πιο πιθανό είναι ο Πρόεδρος Αναστασιάδης και τα κόμματα που θέλουν τη λύση να προσβλέπουν σε κάποια διευθέτηση τροποποιημένης συνθήκης, που να τους επιτρέπει να προβάλουν τη βελτίωση σε σχέση με τις εγγυήσεις της Ζυρίχης σαν επιχείρημα για την αποδοχή της λύσης.

Μια τέτοια εξέλιξη είναι μέσα στο πλαίσιο του εφικτού και ίσως να είναι πράγματι καλή εξέλιξη. Όμως μπορεί να αποδειχτεί επικίνδυνη ακροβασία, γιατί θα βρεθούν στο στόχαστρο των απορριπτικών, με την κατηγορία ότι υπαναχώρησαν στις «κόκκινες γραμμές» τους

.
Πόσο όμως σημαντική είναι η κατάργηση των εγγυήσεων; Είναι αμφίβολο αν οι εγγυήσεις της Ζυρίχης έπαιξαν οποιονδήποτε ρόλο στην εξέλιξη των γεγονότων του Ιούλη του 1974.

Η διακοινοτική σύγκρουση στην Κύπρο άρχισε τον Δεκέμβρη του 1963. Παρά το γεγονός ότι αποτέλεσμα των συγκρούσεων ήταν η απόλυτη επικράτηση των Ελληνοκυπρίων στην Κυπριακή Δημοκρατία και παρά το γεγονός ότι οι Τουρκοκύπριοι περιορίστηκαν σε θυλάκους που δεν ξεπερνούσαν ένα πολύ μικρό ποσοστό του κυπριακού εδάφους, η Τουρκία δεν τόλμησε να χρησιμοποιήσει το «μονομερές της δικαίωμα επέμβασης», παρά μόνο για περιορισμένης κλίμακας αεροπορικές επιχειρήσεις.

Μόνο όταν η ελληνική χούντα διενήργησε το πραξικόπημα στην Κύπρο, όταν ολόκληρη η ανθρωπότητα στράφηκε ενάντια στην ελληνική αυθαιρεσία και ακόμα και ο ελληνοκυπριακός πληθυσμός ανέμενε την επέμβαση των άλλων «εγγυητριών δυνάμεων» για την απαλλαγή του από τη δικτατορία, η Τουρκία μπόρεσε να εισβάλει.

Ακόμα και τότε, ο Ετζεβίτ ζήτησε πρώτα από τη Βρετανία να επέμβουν από κοινού και μόνο όταν η Βρετανία αρνήθηκε να το κάνει προχώρησε στη μονομερή εισβολή. Το πρόβλημα δεν είναι η χρήση της Συνθήκης Εγγύησης, αλλά η παραβίασή της από την Τουρκία, που αρνήθηκε να σεβαστεί την Κυπριακή Δημοκρατία και να αποχωρήσει. Το έκανε όχι γιατί είχε τέτοιο δικαίωμα, αλλά γιατί είχε τη στρατιωτική και την πολιτική δύναμη να το κάνει.

Η πραγματικότητα είναι ότι και τώρα, αν η Τουρκία θέλει να επέμβει στην Κύπρο, θα το κάνει όχι γιατί έχει δικαιώματα βάσει συνθηκών, αλλά γιατί έχει τη στρατιωτική και πολιτική δύναμη να το κάνει. Η επέμβασή της στη Συρία ή το Ιράκ δεν βασίζεται σε καμιά συνθήκη. Το μόνο που θα μπορεί να την εμποδίσει είναι η αντίθεση των Τουρκοκυπρίων σε κάτι τέτοιο.

Κανένας Ελληνοκύπριος δεν θέλει τουρκικές εγγυήσεις. Ωστόσο, το ζήτημα δεν είναι αν θα έχουμε εγγυήσεις ή όχι, αλλά αν θα έχουμε λύση με βελτιωμένη ίσως Συνθήκη Εγγυήσεων ή μη λύση με τις εγγυήσεις ως έχουν. Ούτε και αποτελεί βελτίωση τυχόν εγγύηση μόνο της Τουρκοκυπριακής Ομόσπονδης Πολιτείας. Αντίθετα, αυτό θα έδινε περισσότερες δυνατότητες στην Τουρκία για παρέμβαση στις εσωτερικές λειτουργίες της Τουρκοκυπριακής Ομόσπονδης Πολιτείας.

Ίσως η καλύτερη προσέγγιση θα ήταν να αφεθούν οι Συνθήκες ως έχουν. Ακόμα και ο πιο σκληρός απορριπτικός, ο Τάσσος Παπαδόπουλος, απέφυγε να ασχοληθεί με το θέμα κατάργησης των Εγγυήσεων, γιατί καταλάβαινε πως ήταν ένα άσχετο με την πραγματικότητα θέμα. Αυτή τη στιγμή όσοι θέλουν λύση καλά κάνουν να αρχίσουν να διορθώνουν τη ζημιά που προκάλεσαν ήδη οι «κόκκινες γραμμές» σε σχέση με τις εγγυήσεις, εξηγώντας πως η σημασία τους είναι πολύ δευτερεύουσα.

ΘΩΜΑΣ ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ