Παραδεκτό είναι, πως απ’ όλες τις τέχνες η Αρχιτεκτονική είναι εκείνη που, περισσότερο από κάθε άλλη καλείται, με ένα και μοναδικό έργο της να συμβολίσει, στην υπερβατική και ελεύθερη γλώσσα της, καθολικά το πνεύμα τού πολιτισμού μιας εποχής, ή ενός λαού, είτε το έργο της αυτό είναι η πυραμίδα τής Γκίζας, είτε ο γοτθικός ναός τής Κολωνίας. Αν δε αυτό το έργο, μέσα από τη διαλεκτική τής σύνθεσής του, κατορθώσει τον συμβολισμό αυτό να τον εκφράσει κιόλας αισθητικά, τότε, ως κορυφαίο, εκφράζει και μια μεγάλη ώρα τού πολιτισμού!

Παραδεκτό επίσης είναι, ότι ο Παρθενώνας, κορυφαίο έργο πολιτισμού, συμβολίζει και τον «ελληνικό τρόπο». Τρόπο αναζήτησης τού αληθούς και τρόπο τού κοινωνείν. Μέθοδο δηλ. κοσμιότητας τού λόγου που γεννά την αρμονία και το κάλλος. Όντως: Ο τρόπος που το μάρμαρο ανορθώνεται, για ν’ αποτελέσει τον κίονα, το κιονόκρανο, τον άβακα, ή τον θριγκό στον Παρθενώνα, συμβολίζει την, «κατ’ αλήθειαν», δομή το ελληνικού λόγου. Και δεδομένου ότι αυτό γίνεται με την ιδανικά αρμονική κοσμιότητα, συνάμα και τον εκφράζει. Και τον εκφράζει ολοκληρωμένα, όσο κανένα άλλο έργο, είτε ποιητικής είτε γλυπτικής, τέχνης. Και δεν αποτελεί λόγο καινό, ότι ένας πάλι ναός, έργο δηλ. Αρχιτεκτονικής, θα εκαλείτο να συμβολίσει και το γεγονός τής θείας ενανθρώπισης. Αυτό και γίνεται στην Αγια-Σοφιά, έργο επίσης ελληνικού τρόπου! Κατά τούτο:

Παραδεκτό τέλος είναι, ότι στην εσχατιά της πρώτης π.Χ. χιλιετίας, ο Ελληνισμός είχε οδηγηθεί σε έσχατο όριο φθοράς, τόσο που έμοιαζε φαντασιακή η πιθανότητα επιβίωσής-του ως ιστορικού λαού. Εντούτοις! πνευματικές του παρακαταθήκες αιώνων, ενήργησαν και πάλι ως άλλος «από μηχανής θεός»: Η αρχέγονη ροπή του στην αναζήτηση τού αληθούς «ανέγνωσε», στις αρχές τής πρώτης μ.Χ. χιλιετίας, το άγγελμα που έφερε στον κόσμο η θεία ενανθρώπηση! Το οποίο κατανοήθηκε από τους Έλληνες ως άγγελμα νέου τρόπου αναζήτησης τού αληθούς, καινή πρόταση τρόπου τού «κοινωνείν». Το γεγονός υπήρξε συγκλονιστικό, καθώς έμελλε να γεννήσει νέο μεγάλο πολιτισμό (ακριβέστερα μια νέα φάση ελληνικού τρόπου) την χιλιόχρονη βυζαντινή «εποποιία».

Πλην όμως, και ενώ ο Παρθενώνας, ως προϊόν τού (κατ’ αλήθειαν) συλλογικού βίου (και δια τής δομής τών μελών του) συμβολίζει το «κοινωνείν», με τον τρόπο τού κοινού αθλήματος των μετεχόντων στη ζωή τής πόλης (κατ’ εξοχήν συλλογικού βίου) η Αγια-Σοφιά καλείται να συμβολίσει το νέο «κοινωνείν», (τής ενορίας τού κοινωνούντος βίου) με τον τρόπο δε τής κοινωνίας τώρα τών τριών προσώπων τού τριαδικού Θεού: Όπως (κατά τους Καπαδόκες Πατέρες) τον ευαγγελίστηκε η θεία ενανθρώπηση.1* Αυτή δε, χώρια από άλλες ομοιότητες, είναι η βασική συμβολική διαφορά ανάμεσα στους δυο ναούς. Ομοιότητες φυσικά στη διαδικασία γένεσής τους:

Ο Παρθενών γεννήθηκε τρεις αιώνες μετά τον Όμηρο, που θεωρείται το συμβατικό ορόσημο γένεσης τής νέας φάσης ελληνικού πολιτισμού, τού κλασικού. Με τον ίδιο τρόπο, η Αγια-Σοφιά γεννήθηκε τρεις πάλι αιώνες, αφότου στον νέο Ελληνισμό άρχισε η γένεση νέας φάσης πολιτισμού, τού βυζαντινού. Ορόσημο τώρα ο Κλήμης Αλεξανδρεύς (3ος αιών), με το δόγμα του, «η Καινή Διαθήκη έχει δυο Παλαιές, τη Βίβλο και την ελληνική φιλοσοφία», προγόνου γενομένου τών Καπαδόκων Πατέρων τής Εκκλησίας, και τής («ελληνογενούς») τριαδικής θεολογίας τους. Όθεν βεβαίως και εξεπήγασε ο καινός τρόπος τού κοινωνείν, ως ορθοδοξία.

Τον καινό αυτό κόσμο λοιπόν, νέου τρόπου κοινωνίας, κοινωνίας τού προσώπου (κοινωνίας τού ενός από το πνεύμα τού άλλου) συμβολίζει και η Αγια-Σοφιά, πάλι με τον τρόπο που «ανυψώνεται σ’ αυτήν ο λίθος». Γεγονός δε που πετυχαίνεται με αντίθετο τρόπο απ’ ότι στον Παρθενώνα. Εκεί το κάθε μέλος του νοείται και ως αυθύπαρκτο: Ο Δωρικός κίων μπορεί να θεωρηθεί ως ολοκληρωμένος και καθ’ εαυτόν. Ενώ στην Αγια-Σοφιά τα μέλη έχουν αξία και νοούνται ως μέρη ενός αδιαίρετου συνόλου,2* και μόνο ως τέτοια αξιολογούνται. Δεν προβάλλουν αλλά υποβάλλουν τη δομή τους.3* Ο στύλος τής Αγια-Σοφιάς, δεν έχει την τελειότητα εκείνου στον Παρθενώνα. Ούτε την χρειάζεται άλλωστε! Και το κιονόκρανό του, παρότι προγονό έχει το Κορινθιακό, δεν είναι όπως εκείνο ανάγλυφο, αλλά επιπεδόγλυφο επίτηδες.

Διότι προορισμός και αυτού, και όλων τών άλλων επάλληλων αρχιτεκτονικών μελών που τον συνθέτουν, δεν είναι να συγκεντρώσουν επάνω τους το ενδιαφέρον τού θεατή, εμποδίζοντας έτσι την κίνηση τού βλέμματος προς τα άνω, στον αναμένοντα ολόφωτο, αιωρούμενο πες, απέραντο τρούλο, στον υπερκόσμιο χώρο του οποίου, καθώς οι θεατές κοινωνούν με τον Θεό, κοινωνούν συνάμα και μεταξύ τους. Άλλως, «ίνα ώσιν εν...». Στον καινό δηλ. τρόπο του «κοινωνείν»!

ΧΑΡΗΣ ΦΕΡΑΙΟΣ
Διδάκτωρ του ΕΜΠ


1*«Ο Λόγος σαρκούται, και τού Πατρός ου κεχώρισται», αναφωνεί ο υμνωδός τών Χριστουγέννων.

2*«Ίνα ώσιν εν, καθώς ημίς»... (Ιωάννης 17,11)

3* Στον Παρθενώνα, είπαν, η ανύψωση τού λίθου είναι ανθρώπινο άθλημα, στην Αγια-Σοφιά είναι θείο θαύμα.