Καλημέρα κυρ-Αλέξανδρε
Ότι αφήσαμε πίσω μας τον Τσουγκριά τον μεγάλο κι ύστερα τον μικρό, νησάκια σαν βυζανιάρικα στην αγκαλιά της αγαπημένης της Σκιάθου, πνιγμένα στο πράσινο του πεύκου, το σμαραγδί της θάλασσας, το ζαχαρί της άμμου. Στην προκυμαία, παγωμένος, μαρμάρινος, μας καλωσορίζεις μ’ αυτό που ήταν όλη η σοφία της ζωής σου: «Σαν να ’χαν τελειωμό τα πάθια του κόσμου».
Του κόσμου της Αγγελικής (Γκιουλιώ τη φωνάζανε), Μωραΐτη, από παλιά αρχοντική οικογένεια του Μιστρά και του Διαμαντή Εμμανουήλ (Παπαδιαμαντή τον είπανε σαν φόρεσε το ράσο). Του κόσμου των γονιών σου που σ’ έφεραν στη ζωή 4 του Μάρτη 1851. Του κόσμου που ζούσε σ’ αυτό τον παράδεισο που τον δέρνουν οι βοριάδες και που ταίρι του στην ομορφιά «τ’ αδυνάτου να βρεθεί», έτσι το ’λεγες.
Πατάμε στην προκυμαία, στρίβουμε το στενό, τα ξύλινα σκαλοπάτια μάς ανεβάζουν στην κάμαρά σου. Εδώ ο σοφάς, ένα-ενάμισι μέτρο, ίσα να γέρνεις για έναν ύπνο, εκεί τα γυαλιά σου, ένας δίσκος, μια αλατιέρα, μια λάμπα, λίγες εικόνες. Προσκύνημα. Σαν να σε βλέπουμε παιδάκι να ζωγραφίζεις αγίους, να παλεύεις στο ψαλτήρι και να σου κεντάνε την ψυχή τα πάθια της φτώχιας, της ερημιάς των ανθρώπων του νησιού.
Μεγαλώνεις με απίστευτες στερήσεις, οκτώ μήνες μοναχός στο Άγιο Όρος, ένα φεγγάρι στη Θεολογική Σχολή στην Αθήνα, φεύγεις. Πίκρα ο πατέρας παπάς, μα εσύ να τα θέλεις τα ρημάδια τα γράμματα, να τα παλεύεις στην Αθήνα πια, μια στην Βαρβάκειο, μια στη Φιλοσοφική, να γράφεις στίχους ώς την ώρα που «Η Μετανάστις», το πρώτο σου μυθιστόρημα κι ύστερα «Η Γυφτοπούλα», «Οι έμποροι των εθνών», βγάζουν απ’ την ψυχή σου αγκάθια.
Κοσμοκαλόγερο δεν σε είπαν τυχαία, αφού τη ζωή σου την περπάτησες μονάχος και αδέκαρος με μόνη έννοια ν’ αφήσεις με ζωγραφιές, ποίηση και καταγραφές στη γλαφυρή τη γλώσσα σου, την καθαρεύουσα της εκκλησιάς, ζωντανούς, στην αιωνιότητα, τους ανθρώπους του νησιού σου. Τη θεια Αχτίτσα, τη σταχομαζώχτρα που πάλευε, θεριό μοναχό, ν’ αναστήσει τα ορφανά της κόρης της. Τη γριά-Γιαννού, κόρη μάγισσας και μάνα φονιά που έψαχνε το σερνικοβότανο να μη γεννιούνται κορίτσια που θα ζούσαν τη βασανισμένη ζωή των γυναικών κι όταν γεννιούνταν τα ’πνιγε.
Μόνος σου να μαθαίνεις γαλλικά κι αγγλικά, να βγάζεις το ψωμί σου με μεταφράσεις κι άρθρα και με ιδιαίτερα μαθήματα σε μαθητές. Να ζεις πάντα φτωχικά, σε μικρά νοικιασμένα δωμάτια, με μόνη έννοια να ξεπληρώνεις τα χρέη του περασμένου μήνα, στο μπακάλικο του Καχριμάνη, στου Ψυρρή, όπου έτρωγες για πάνω από είκοσι πέντε χρόνια, να πληρώνεις το νοίκι σου κι όποτε σου περίσσευε κάτι να βοηθάς άλλους φτωχούς.
Δυο μέρες μετά, ούτε δραχμή στην τσέπη. Πάντα με φθαρμένα ρούχα και λιωμένα παπούτσια, απεριποίητος, αξύριστος. Η ψυχή σου γέμιζε μόνο όταν έψελνες στο εκκλησάκι του Αγίου Ελισσαίου. Μοναχικός, λιγομίλητος, στο πιο απομακρυσμένο τραπεζάκι στη «Δεξαμενή», πνευματικό φυτώριο της εποχής, να πίνεις τον καφέ σου, τη δεκάρα του συχνά δεν την είχες. Φίλοι σου από τον Φιλολογικό Σύλλογο «Παρνασσός» σ’ έπεισαν κάποτε, όταν σε είδαν να κατρακυλάς, ερείπιο σωστό, να δεχτείς να σ’ ενισχύσουν οικονομικά να πάρεις καινούργια ρούχα και να ζήσεις πια στο αγαπημένο σου νησί.
Η χρόνια κατάχρηση ποτού, οι ατελείωτες αγρυπνίες στο ψαλτήρι, η ασκητική και λιτοδίαιτη ζωή φέρνουν το τέλος, ξημερώματα, 3 του Γενάρη 1911, στα εξήντα σου χρόνια.
Τέσσερα μυθιστορήματα, εκατόν ογδόντα διηγήματα, δεκάδες άρθρα, κανένα δεν αξιώθηκες να δεις σε βιβλίο. Περηφάνια για τους Έλληνες, που το έργο σου «Η Φόνισσα» συγκρίθηκε με το «Έγκλημα και Τιμωρία» του Ντοστογιέφσκι. Σ’ εμάς έμεινε ο μικρόκοσμος του αγαπημένου σου νησιού με τον φθόνο, τις δεισιδαιμονίες, τα έθιμα, τον φόβο για τις τιμωρίες του Θεού, τη νοσταλγία και το θρησκευτικό βίωμα των ανθρώπων.
Αλλά δεν σ’ άφησε ασυγκίνητο η κατάντια της ελληνικής κοινωνίας, τ’ αβάσταχτα δάνεια, η οικονομική πολιτική του Τρικούπη και η αδυναμία του Έλληνα ν’ απαιτήσει και να κερδίσει ουσιαστική εθνική ανεξαρτησία. Έγραψες: «Η Ελλάς απλώς και μόνο μετήλλαξε τυράννους», καυτηριάζοντας την κοινωνική και πολιτική πραγματικότητα μετά τον διεθνή έλεγχο που ασκήθηκε στην Ελλάδα για να βγει από τη χρεοκοπία. Πόσο μας θυμίζεις τη σημερινή Ελλάδα, αλήθεια!
Έλα τώρα να μας συντροφέψεις κυρ-Αλέξανδρε μέσα από το διήγημα «Στο Χριστό στο κάστρο», μέρες που είναι. Ο παπά Φραγκούλης κοντραρισμένος με την αυθάδεια του γείτονα Πανάγου, «Αν ήθελε ο Χριστός να τον λειτουργήσουμε ας έκανε καλό καιρό», αποφασίζει, με κίνδυνο, να λειτουργήσει το απόμερο πανέμορφο εκκλησάκι, να κάνουν Χριστούγεννα οι βοσκοί που αποκλείστηκαν στο χιόνι.
«Όταν έφθασαν εις το Κάστρον και εισήλθον εις τον ναόν του Χριστού, τόσον θάλπος εθώπευσε την ψυχήν των, ώστε, αν και ήσαν κατάκοποι, αν και ενύσταζον τινές αυτών, ησθάνθησαν τόσον την χαράν του να ζώσι και του να έχωσι φθάσει αισίως εις το τέρμα της πορείας των, εις τον ναόν του Κυρίου, ώστε τους έφυγε πάσα νύστα και πάσα κόπωσις. Ο ιερεύς έβαλεν ευλογητόν και εψάλη η λιτή της μεγαλοπρεπούς εορτής, μεθ’ ο ο κύρ Αλεξανδρής ήρχισε τας αναγνώσεις, και όσοι ήσαν νυστασμένοι, απεκοιμήθησαν σιγά εις τα στασίδια των. Ότε ο ιερεύς εξελθών έψαλε το 'Δεύτε ίδωμεν, πιστοί, που εγεννήθη ο Χριστός', τότε αι μορφαί των Αγίων εφάνησαν ως να εφαιδρύνθησαν εις τους τοίχους.
'Ακολουθήσωμεν λοιπόν ένθα οδεύει ο αστήρ', και ο κύρ Αλεξανδρής ενθουσιών έλαβε την υψηλήν καλάμην και έσεισε τον πολυέλαιον με τας λαμπάδας όλας ανημμένας. 'Άγγελοι υμνούσιν ακαταπαύστως εκεί', και εσείσθη ο ναός όλος από την βροντώδη φωνήν του παπα-Φραγκούλη μετά πάθους ψάλλοντος: 'Δόξα εν υψίστοις λέγοντες τω σήμερον εν σπηλαίω τεχθέντι', και οι άγγελοι οι ζωγραφιστοί, οι περικυκλούντες τον Παντοκράτορα άνω εις τον θόλον, έτειναν το ους, αναγνωρίσαντες οικείον αυτοίς τον ύμνον».
Καλά Χριστούγεννα!
ΑΛΕΚΑ ΓΡΑΒΑΡΗ-ΠΡΕΚΑ




