Κατά καιρούς γινόμαστε μάρτυρες στον χώρο μας (που εργαζόμαστε με οικογένειες και παιδιά) διαφόρων «ανακαλύψεων», «μεθόδων», «θεραπευτικών» και λοιπών άλλων «συνταγών» που υπόσχονται εξάλειψη διαταραχών, συνδρόμων, παθήσεων κλπ. Και η ιστορία τους είναι κάπως γνωστή και επαναλαμβανόμενη ανά τακτά χρονικά διαστήματα.

Κάποιος με κάποιου είδους περγαμηνές, που έχουν στοιχεία αλήθειας ή περισπούδαστους και ευφάνταστους τίτλους (ως επί το πλείστον αυτοπροσδιοριζόμενους), έρχεται ή έχει στην Κύπρο «γραφείο» ή στέλνει πελάτες από την Κύπρο, ανακάλυψε κάτι «εδώ συμπληρώστε ανάλογα», για το οποίο με την πρώτη μικρή έρευνα είναι ξεκάθαρο ότι δεν το βρίσκεις σε επιστημονικές δημοσιεύσεις, δεν έχει περάσει από επιστημονική ερευνητική διαδικασία, δεν βρίσκεται σε καμιά λίστα με εμπειρικά αποδεδειγμένες παρεμβάσεις ή θεραπείες, ενώ παράλληλα οι χρεώσεις για τη χρήση του είναι υπέρογκες (πολλά λεφτά - πολύ γρήγορα).

Για να υπάρχουν αυτά τα θέματα, σημαίνει κατ’ επέκταση ότι υπάρχει έδαφος, και εξηγώ. Ο πρώτος παράγοντας είναι οι γονείς, οι οποίοι και με το δίκαιό τους ζητούν ό,τι καλύτερο για τα παιδιά τους. Και δεν πρέπει ποτέ να αμφιβάλλουμε γι' αυτό. Ειδικά στις περιπτώσεις όπου υπάρχει κάτι, το οποίο καλούνται να διαχειριστούν καθημερινά, που τους ταλαιπωρεί και χρειάζεται ειδικό χειρισμό.

Τότε, οι επιλογές είναι δύο: ή ακολουθείς τη συμβατική προσέγγιση και προσπαθείς μέσω του επιστημονικά ορθού τρόπου να βρεις λύσεις, αν υπάρχουν, ή στρέφεις το βλέμμα σου αλλού. Και εκεί μπαίνεις σε έναν φαύλο κύκλο Google-ικής οδύσσειας, όπου για τα πάντα υπάρχει κάτι. Αρκετοί γονείς, ταλαιπωρημένοι, εξουθενωμένοι και κυρίως με την ευχή «να το κάνουμε και τούτο μπας και δουλέψει» είναι διατεθειμένοι να εναποθέσουν τις ελπίδες τους σε κάτι που πολλές φορές μπορεί και οι ίδιοι να μην πιστεύουν.

Αλλά σκεπτόμενοι ότι δοκίμασαν «όλα» τα άλλα, μία ακόμη «μέθοδος», ένα ακόμη «φυτικό» σκεύασμα μόνο καλό μπορεί να φέρει. Και η οδύσσεια έχει ήδη ξεκινήσει και οι «εμπειρογνώμονες» έχουν ήδη αποφανθεί με τα «ειδικά» τους τεστ, για να ακολουθήσουν τις δικές τους (από τους ίδιους και μόνο αναγνωρισμένες) θεραπείες και ο οικονομικός κατήφορος προχωρά. Δυστυχώς, παράλληλα, συνοδεύονται με τύψεις ότι μπορεί να δουλέψει και να «γιάνει το παιδί μου», οι οποίες με ακρίβεια θολώνουν την κρίση και την αντικειμενικότητα.

Πώς μπορείς, όμως, να είσαι αντικειμενικός, όταν πρόκειται για το παιδί σου; Πώς μπορείς να κοιμάσαι καλά τις νύχτες, όταν σκέφτεσαι ότι μπορεί να υπάρχει λύση και να μην την έχεις δοκιμάσει; Το αποτέλεσμα σχεδόν το ίδιο κάθε φορά, όπως και η επανάληψη της ιστορίας της εμφάνισής τους.

Ο μεγαλύτερος χαμένος να είναι τα παιδιά που όχι μόνο δεν καλυτερεύουν, αλλά στερούνται την ίδια ώρα και σωστής επιστημονικής φροντίδας, αφού ένα από τα κοινά σημεία αποτελεί η αποδοχή ολιστικών παρεμβάσεων, απορρίπτοντας φάρμακα και ψυχολογικές παρεμβάσεις που γνωρίζουμε επιστημονικά ότι προσφέρουν μια καλυτέρευση στην ποιότητα ζωής των παιδιών, αλλά και της οικογένειας.

Ο δεύτερος παράγοντας αφορά εμάς, τους επαγγελματίες του χώρου της ψυχολογίας (θελημένα θα αφήσω άλλα επαγγέλματα έξω, γιατί πρέπει να δούμε τα του οίκου μας πρώτα). Ένα κομμάτι της επαγγελματικής μας ευθύνης αποτελεί και η μεταφορά γνώσης, η ενημέρωση, η ορθή επικοινωνία, η υποστήριξη και γενικά η προστασία της κοινωνίας από τους πλανόδιους πωλητές υποσχέσεων που σε αρκετές περιπτώσεις κάνουν ζημιά που δεν μετριέται με το κόστος μιας κακής οικονομικής συναλλαγής/επιλογής.

Εμείς, ως ηθικοί και επαγγελματίες, τι κάνουμε; Πώς ενημερώνουμε τον κόσμο; Ποιες και τι επιλογές δίνουμε στους πελάτες μας; Πώς ενισχύουμε ακαδημαϊκά και πρακτικά ένα κατοχυρωμένο επάγγελμα; Και για κάποιους που γνωρίζουν λίγες λεπτομέρειες παραπάνω, εάν ήμασταν ενωμένοι, συμπορευόμενοι κάτω από επιστημονική ηθική, μακριά από προσωποκεντρικού χαρακτήρα αρνήσεις και ετσιθελισμούς, το αντίκτυπο στην κοινωνία δεν θα ήταν πιο λειτουργικό και κάτι, για το οποίο θα ήμασταν πραγματικά περήφανοι; Ξεκαθαρίζω πως αυτός ο παράγοντας δεν αποτελεί αίτιο, αλλά η βελτίωσή του θα ήταν καθοριστική στην προστασία του κοινού και της κοινωνίας.

Συνοψίζοντας, αφού έχω μακρηγορήσει, ο κάθε γονιός θα ήταν καλύτερα να αναπτύξει ακόμη περισσότερο μια πιο κριτική ματιά σε θέματα που αφορούν τα παιδιά του (αλλά και τον ίδιο). Δηλαδή, να ρωτά για την επαγγελματική ταυτότητα, τις ακαδημαϊκές γνώσεις, την εμπειρία του ανθρώπου, στον οποίο απευθύνεται για βοήθεια. Να μην διστάζει να ψάχνει και να επιβεβαιώνει κατάρτιση και αναγνώριση, να ζητά εξηγήσεις και, κάτι ακόμα, να μπορεί να διαχωρίσει επικοινωνιακές ικανότητες και μάρκετινγκ από πραγματικές επιστημονικές γνώσεις.

Έχοντας υπόψιν πως ένα μέρος των υπηρεσιών που αγοράζει βρίσκεται και στην κατανοητή επεξήγηση της κατάστασης, για την οποία αιτείται υποστήριξη. Τα μεγάλα, περίπλοκα, επιστημονικοφανή, τα κενά από νόημα διακριτικά και ορισμοί δυσνόητοι και εξωπραγματικοί δεν πρέπει να αποτελούν μέρος της βοήθειας που ζητά. Ο σωστός ηθικός και επαγγελματίας μπορεί πάντα να τεκμηριώσει, να υποστηρίξει και να αναλύσει κατάλληλα με τρόπο που να διασφαλίζει την ξεκάθαρη επιστημονική προσέγγιση που ακολουθεί, ενώ παράλληλα επιζητά να απαντήσει σε διευκρινιστικές ερωτήσεις και είναι πρόθυμος να εκτεθεί στην επιστημονική κοινότητα ανά πάσα στιγμή.

ΓΙΩΡΓΟΣ ΠΟΓΙΑΤΖΗΣ
Εγγεγραμμένος Σχολικός Ψυχολόγος, Αρ. Άδειας 242