Συμπληρώνουμε φέτος 60 χρόνια από τότε που το κυπριακό πρόβλημα έλαβε τη σύγχρονη μορφή του, την οποία βιώνουμε σήμερα. Όταν οι Άγγλοι αποικιοκράτες αντιλήφθηκαν ότι ερχόταν το τέλος της κατοχής της Κύπρου και έπρεπε να διασφαλίσουν εσαεί τα συμφέροντά τους στο νησί αλλά και την ευρύτερη περιοχή, εφαρμόζοντας την προσφιλή μέθοδο τού «διαίρει και βασίλευε», χρησιμοποίησαν το μειοψηφούν τουρκικό σύνοικο στοιχείο, προσκαλώντας την Τουρκία να ξαναμπεί στο παιχνίδι της διεκδίκησης του νησιού.
Δράττοντας την ευκαιρία, οι Τούρκοι εκπόνησαν αμέσως υψηλή στρατηγική με την επωνυμία «Σχέδιο Ανάκτησης Κύπρου», το οποίο προέβλεπε τον πολιτικό, φυσικό και γεωγραφικό διαχωρισμό των δύο κοινοτήτων, τη μεταφορά Τούρκων υπηκόων για ανατροπή της πληθυσμιακής υπεροχής των Ελλήνων και την παρουσία τουρκικών στρατευμάτων στο νησί για λόγους ασφάλειας της Τουρκίας και αποφυγής του ελέγχου του από την Ελλάδα.
Φεύγοντας οι Άγγλοι, πέτυχαν να μας κληρονομήσουν ένα θνησιγενές ρατσιστικό σύνταγμα, το οποίο διασφάλιζε τους προαναφερθέντες στρατηγικούς στόχους της Τουρκίας. Το σύνταγμα άντεξε μόνο 3 χρόνια, μέχρι που κατέρρευσε ουσιαστικά με την αποχώρηση των Τουρκοκυπρίων από τα θεσμικά όργανα του κράτους. Με βάση το δίκαιο της ανάγκης, οι Ελληνοκύπριοι πετύχαμε τη μέγιστη ίσως νίκη στην ιστορία της Κυπριακής Δημοκρατίας, που ήταν το ψήφισμα 186 του ΣΑ του ΟΗΕ τον Μάρτιο 1964, το οποίο αναγνώρισε τη συνέχιση της Κυπριακής Δημοκρατίας χωρίς την παρουσία των Τουρκοκυπρίων. Η εξέλιξη αυτή δεν πτόησε την Τουρκία και δεν τη μετακίνησε από τη στρατηγική της επιδίωξη για έλεγχο ολόκληρης της Κύπρου. Με την έντονη προβοκατόρικη δράση της ΤΜΤ, επέφερε σοβαρά ρήγματα στις σχέσεις των δύο κοινοτήτων.
Το 1974 άδραξε την ευκαιρία που της δόθηκε με το προδοτικό πραξικόπημα της χούντας των Αθηνών, εισέβαλε στο νησί και ξεκίνησε αμέσως τον εποικισμό για τη δημογραφική του αλλοίωση.
Έχοντας επιβάλει δια της βίας επί του εδάφους τούς στρατηγικούς της στόχους, η Τουρκία προχώρησε στον επόμενο στρατηγικό της στόχο, τη νομιμοποίησή τους. Με τη συνεργασία των Άγγλων, εκπόνησαν ένα πρωτοφανές τερατώδες πλαίσιο λύσης, το οποίο αφενός θα ανέτρεπε την απόφαση 186 του ΣΑ του ΟΗΕ και θα κατέλυε την διεθνώς αναγνωρισμένη Κυπριακή Δημοκρατία και, αφετέρου, θα δημιουργούσε ένα δαιδαλώδες θνησιγενές σύνταγμα, η λειτουργία του οποίου θα εξαρτάτο από αυτή.
Μέσω των δικοινοτικών συνομιλιών κατάφερε τη σταδιακή αποδοχή από τους Ελληνοκυπρίους των επιδιώξεών της, αφού στον βωμό του καλού κλίματος για συνέχιση των συνομιλιών, θυσιάστηκε η προσβολή της Τουρκίας στα διεθνή σώματα για τα εγκλήματα πολέμου και τις παραβιάσεις του διεθνούς δικαίου που διέπραττε (π.χ. εισβολή, κατοχή, εποικισμός, ανακήρυξη ψευδοκράτους, προσάρτηση, παραβίαση ΑΟΖ).
Τον Μάιο 2004 η Κυπριακή Δημοκρατία πέτυχε τη δεύτερη μεγάλη της νίκη επί της Τουρκίας με την ένταξη ολόκληρης της επικράτειάς της στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Ως πλήρες μέλος της Ε.Ε. η Κυπριακή Δημοκρατία προσπάθησε να χρησιμοποιήσει την ενταξιακή πορεία τής Τουρκίας ως μοχλό πίεσης για εξευμενισμό της, θέτοντας μεγάλες ελπίδες στον τότε Τούρκο νέο ηγέτη Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν και τον τότε πολιτικό μέντορά του Αχμέτ Νταβούτογλου. Η εξέλιξη των πραγμάτων κατέδειξε ότι ο Τούρκος ηγέτης είχε πολύ διαφορετικό προσανατολισμό από αυτόν που η διεθνής κοινότητα ανέμενε, αφού ανάλωσε τον πολιτικό του μέντορα, οδήγησε τη χώρα σε αυταρχικές, νεο-οθωμανικές και ιμπεριαλιστικές ατραπούς και διέρρηξε τις σχέσεις του με την Ευρωπαϊκή Ένωση, τις ΗΠΑ, τη Ρωσία, το Ιράν, την Αίγυπτο, το Ισραήλ, τη Συρία, το Ιράκ, τους Κούρδους και άλλους.
Η εξεύρεση μεγάλων κοιτασμάτων υδρογονανθράκων στην Κυπριακή ΑΟΖ και η εμπλοκή διεθνών κολοσσών στην αξιοποίησή τους προσέδωσε στην Κυπριακή Δημοκρατία την τρίτη μεγάλη της νίκη επί της Τουρκίας, αφού την κατέστησε σημαντικό διεθνή ενεργειακό παράγοντα.
Από τα προαναφερθέντα, συνάγεται εμφανώς ότι το Κυπριακό είναι ευρωπαϊκό και διεθνές πρόβλημα και όχι δικοινοτική διαφορά.
Ως Ελληνοκύπριοι, έχουμε 3 σημαντικούς συντελεστές ισχύος, τους οποίους πρέπει να διαφυλάξουμε ως κόρην οφθαλμού και να αξιοποιήσουμε δεόντως. Τη διοίκηση της διεθνώς αναγνωρισμένης Κυπριακής Δημοκρατίας, τη συμμετοχή μας στην Ευρωπαϊκή Ένωση και τη διαχείριση του ενεργειακού πλούτου της χώρας.
Οι Τουρκοκύπριοι είναι ήδη μικρή μειοψηφία στα κατεχόμενα και υποτελείς στη νεο-οθωμανική, ισλαμική, αντιδημοκρατική, αυταρχική Τουρκία, η οποία αποσταθεροποιείται ραγδαίως πολιτικά, κοινωνικά και οικονομικά και απομακρύνεται ταχέως από την Ευρωπαϊκή Ένωση. Αν επιθυμούν να γίνουν Ευρωπαίοι πολίτες και να επωφεληθούν από τον τεράστιο ενεργειακό πλούτο, πρέπει να επανέλθουν ως ισότιμοι πολίτες στην Κυπριακή Δημοκρατία, η οποία θα εκσυγχρονίσει το σύνταγμά της, απαλείφοντας τα ρατσιστικά και αποικιοκρατικά στοιχεία και εισάγοντας αυτά του ευρωπαϊκού κεκτημένου.
Η Τουρκία θα πρέπει να αποσύρει τα στρατεύματά της από την Κύπρο, να επιστρέψει τους εποίκους στις πατρογονικές τους εστίες, να εγκαταλείψει τα επεμβατικά δικαιώματά της και να πάψει να επιβουλεύεται τον έλεγχο της Κύπρου.
Τότε μόνο, θα επέλθει ειρήνη, σταθερότητα και ευημερία στο νησί και την ευρύτερη περιοχή.
ΑΘΩΣ ΚΟΙΡΑΝΙΔΗΣ
Πρόεδρος ΠΝΟΗΣ ΛΑΟΥ




