Οι Συμφωνίες Ζυρίχης - Λονδίνου 1959/60 εγκαθίδρυαν στην πραγματικότητα ένα σύστημα συμφώνου φιλίας μεταξύ της Κύπρου, της Ελλάδας και της Τουρκίας. Συγκεκριμένα, στο Σύνταγμα [άρθρο 170(1)] προβλεπόταν ρήτρα «του μάλλον ευνοουμένου Κράτους εις το Βασίλειον της Ελλάδος, την Τουρκικήν Δημοκρατίαν και το Ηνωμένον Βασίλειον της Μεγάλης Βρεταννίας και Βορείου Ιρλανδίας εις πάσαν συμφωνίαν οιασδήποτε φύσεως». Μάλιστα υπογράφηκε και η Συνθήκη Συμμαχίας μεταξύ Κύπρου, Ελλάδας και Τουρκίας.

Αυτό το σύστημα φιλίας / εύνοιας, αλλά και παρέμβασης της Ελλάδας και της Τουρκίας στα εσωτερικά της Κύπρου (εκπαιδευτικά, θρησκευτικά, πολιτιστικά, στρατιωτικά, πολιτικά, κ.λπ.) υποβοήθησαν στην κατάρρευση του Συντάγματος του νέου κράτους της Κυπριακής Δημοκρατίας που δημιουργήθηκε με τις συμφωνίες Ζυρίχης - Λονδίνου 1959/60. Εκ των πραγμάτων απετράπη κάθε δυνατή προσπάθεια ενσωμάτωσης των εθνικών ομάδων, αφού οι εθνικές ομάδες ενσωματώνονταν περισσότερο με τις μητέρες πατρίδες τους.

Αντίθετα, στην περίπτωση της Ελβετίας (65% Γερμανόφωνοι, 22% Γαλλόφωνοι, 6% Ιταλόφωνοι) επιλέχθηκε η πολιτική ουδετερότητα. Συγκεκριμένα, νομιμοποιήθηκε με το Κογκρέσο της Βιέννης το 1815, όταν οι μεγάλες δυνάμεις της Ευρώπης αναγνώρισαν ότι η Ελβετία με ένα νέο ομοσπονδιακό σύνταγμα μπορεί να διατηρηθεί μόνο με την ύπαρξη ενός συμφώνου ουδετερότητας.

Η ουδετερότητα της Ελβετίας είχε δύο λειτουργίες: α) εσωτερική ενσωμάτωση, κατά τρόπο που απέτρεπε τα εθνικά καντόνια να διαιρούνται / διχάζονται με το να εμπλέκονται στις διενέξεις των γειτονικών ομόγλωσσών τους κρατών και β) εξωτερική ανεξαρτησία.

Σήμερα, η ιδέα των Ελβετών για την ουδετερότητα βασίζεται στη Σύμβαση της Χάγης του 1907 σε σχέση με τα δικαιώματα και τα καθήκοντα των ουδετέρων κρατών και προσώπων (Το λεγόμενο "Δίκαιο της Ουδετερότητας" όπως συνηθίζεται ο θεσμός αυτός να λέγεται, κωδικοποιήθηκε με δύο συμβάσεις της Β' Συνδιάσκεψης της Χάγης στις 8 Οκτωβρίου του 1907).

Με βάση τη Σύμβαση αυτή, ουδετερότητα (neutrality), σημαίνει την αποχή από κάθε μορφής ανάμειξη μεταξύ αντιμαχομένων, στη βάση δύο αρχών: α) Αμεροληψία του Ουδετέρου (Impartiality of Neutral State) και β) επιβολή καθήκοντος στο ουδέτερο να αμύνεται.
Ως εκ τούτου η Ελβετία δεν συμμετέχει, ούτε στον ΟΗΕ, αλλά και ούτε στην Ε.Ε.

Γίνεται αντιληπτό ότι η Κύπρος δεν μπορεί να εφαρμόσει ένα ολοκληρωτικό σύστημα ουδετερότητας που δεν θα μπορεί η ίδια να διατηρήσει, αφού, δυστυχώς, δεν θα έχει δικό της στρατό. Όμως, η Κύπρος μπορεί να εφαρμόσει ένα περιφερειακό σύστημα ουδετερότητας σε σχέση με την Ελλάδα, Τουρκία και Αγγλία, αλλά και τις γειτονικές της χώρες.

Μόνο έτσι θεμελιώνεται η ανεξαρτησία της και προωθείται η πραγματική ενσωμάτωση των εθνικών ομάδων, κατά τρόπο που δημιουργεί εθνική συνείδηση.

ΣΩΤΗΡΗΣ ΔΡΑΚΟΣ
Λέκτορας Συνταγματικού Δικαίου, Δικηγόρος, Μέλος Π.Γ. ΔΗΣΥ