Η οικονομική ανάπτυξη της Κύπρου δεν ήταν αυτοσκοπός. Ήταν το απαραίτητο μέσο για ανύψωση του βιοτικού επιπέδου του λαού, περιλαμβανομένης της διασφάλισης όλων έναντι των αντιξοοτήτων της ζωής

Χαιρετίζουμε τις προθέσεις της Κυβέρνησης, όπως τις ανέπτυξαν πρόσφατα οι Υπουργοί Οικονομικών κι Εργασίας, για ενίσχυση της εποπτείας των ταμείων επαγγελματικών συνταξιοδοτικών παροχών και διασφάλιση της επάρκειας των συντάξεων που παρέχονται, με τις αναγκαίες τροποποιήσεις στο νομοθετικό πλαίσιο που ρυθμίζει τόσο το ΤΚΑ όσο και τον δεύτερο πυλώνα συντάξεων και την παροχή κινήτρων για ενδυνάμωσή του.

Top of For Bottom oΟ θεσμός των ταμείων προνοίας άρχισε να ρυθμίζεται νομοθετικά από το 1981 με την ανάθεση της ίδρυσης, εγγραφής, λειτουργίας κι εποπτείας τους στον Διευθυντή ΤΚΑ ως Έφορο Ταμείων Επαγγελματικών Συνταξιοδοτικών Παροχών και να ευθυγραμμίζεται με τις πρόνοιες της ΕΕ από την ένταξή μας. Η σύσταση και διαχείριση τέτοιων ταμείων αφέθηκε στους κοινωνικούς εταίρους. Εάν μεγάλο ποσοστό (70% κατά τον Υπουργόν Οικονομικών) αφυπηρετούν χωρίς να έχουν εξασφαλίσει μια αξιοπρεπή σύνταξη, τούτο οφείλεται στις οργανώσεις τους.

Βέβαια ένα σοβαρότατο πλήγμα στα ταμεία ήταν και το άγαρμπο κούρεμα που επιβλήθηκε το 2013 στις αποταμιεύσεις των πολιτών (ταμεία προνοίας/ καταθέσεις/ μετοχές/ ομόλογα), για το οποίο ζήτησα κι άλλοτε να ετοιμαστεί ειδικό σχέδιο μακροπρόθεσμης αποκατάστασης. Δεν ξέρω αν το πιο πάνω ποσοστό υπολογίστηκε πριν ή μετά το κούρεμα! Συμφωνώ όμως ότι η Κυβέρνηση θα πρέπει να ενδιαφερθεί περισσότερο για τη διαχείρισή τους, ώστε να αποφεύγεται η κακοδιαχείριση, που είδαμε σε ορισμένα απ’ αυτά. Γιατί να μην αναλάβει πιο ενεργό ρόλο ο Έφορος των Ταμείων;

Οι λόγοι για τους οποίους το Υπουργείο Οικονομικών όψιμα ενδιαφέρθηκε για το θέμα Bottom of FormTop of Bottom of Bottom σχετίζονται με την ιδιότητα των ταμείων προνοίας ως επενδυτών. Αν είχαμε στην Κύπρο σωστά ανεπτυγμένα αυτά τα ταμεία, λέει, ακόμη και η κατάρρευση του τραπεζικού συστήματος θα μπορούσε να αποφευχθεί. Άλλωστε, οι νέοι μέτοχοι των κυπριακών τραπεζών είναι ξένα επενδυτικά, συνταξιοδοτικά και ασφαλιστικά ταμεία.

Η οικονομική ανάπτυξη της Κύπρου δεν ήταν αυτοσκοπός. Ήταν το απαραίτητο μέσο για ανύψωση του βιοτικού επιπέδου του λαού, περιλαμβανομένης της διασφάλισης όλων έναντι των αντιξοοτήτων της ζωής. Ανεξάρτητα από τα υφιστάμενα προβλήματα, πρέπει να παραδεχτούμε ότι έγινε τεράστια πρόοδος σ’ αυτούς τους τομείς. Σήμερα μπορούμε να υπερηφανευόμαστε ότι έχουμε μεριμνήσει ώστε όλοι οι πολίτες να έχουν τουλάχιστο μια σύνταξη γήρατος ή μια κοινωνική σύνταξη (ένα ΕΕΕ). Ποτέ όμως δεν ήταν εύκολη υπόθεση η προώθηση μέτρων.

Οι κυριότερες αιτίες ήταν η έλλειψη ενιαίας αντιμετώπισης από μέρους των εμπλεκομένων Υπουργείων/Υπηρεσιών, ενώ οι άμεσα επηρεαζόμενοι έβλεπαν βραχυπρόθεσμα το προσωπικό συμφέρον κι όχι σε κάποιο βάθος χρόνου. Θα αναφερθώ σε μερικά παραδείγματα, που υποδεικνύουν και την κατεύθυνση προς την οποία θα πρέπει να κινηθούμε.

Για να βελτιώσει το υφιστάμενο από τη δεκαετία του 1950 -και πλήρως αναθεωρημένο το 1964- Σχέδιο Κοινωνικών Ασφαλίσεων, το Υπουργείο Εργασίας σε συνεργασία με το Διεθνές Γραφείο Εργασίας υπέβαλε πρόταση για εισαγωγή της αναλογικής σύνταξης (αρχές δεκαετίας 1980), που να συνδέει τις εισφορές και τις παροχές με το ύψος του μισθού μέχρις ενός ανώτατου ποσού. Δυστυχώς, το Υπουργείο Οικονομικών δεν είδε το θέμα όπως το βλέπει σήμερα και απέρριψε στην αρχή την πρόταση. Μετά από πολλές συζητήσεις, ήρθησαν οι ανησυχίες του Υπουργείου και το θέμα πήρε την άγουσα προς συζήτηση με τους κοινωνικούς εταίρους, που αποδέχτηκαν την εισαγωγή του σχεδίου.

Η ΠΑ.ΣΥ.Δ.Υ. κι οι Εκπαιδευτικές Οργανώσεις, παρά τις προσπάθειές μας, το απέρριψαν. Έτσι αποφασίστηκε ότι το αναλογικό σχέδιο θα ήταν καθολικό, με τη διαφορά ότι τη συνεισφορά των κρατικών λειτουργών θα την κατέβαλλε η Κυβέρνηση, η οποία, όμως, θα έπαιρνε η ίδια τα ποσά της αναλογικής σύνταξής τους. Έτσι οι κρατικοί λειτουργοί έγιναν το όχημα για να ασφαλιστεί η Κυβέρνηση. Και σ’ αυτή την περίπτωση το Υπουργείο Οικονομικών δεν εργάστηκε όπως προτείνει τώρα. Αφήνω που ως ο διαχειριστής των αποθεμάτων του ΤΚΑ παραχωρούσε ένα συμβολικό μόνο επιτόκιο (σήμερα μηδέν) γι' αυτά, πράγμα το οποίο εγείραμε επανειλημμένα με τον εκάστοτε Υπουργό Οικονομικών.

Σε σύναξη των Ευρωπαίων Υπουργών Κοινωνικών Ασφαλίσεων το 1992, ο μόνος που εξέφρασε ικανοποίηση για την κατάσταση του ΤΚΑ ήμουν εγώ, γιατί τότε τα αποθέματα έφταναν να καλύψουν τις ανάγκες μέχρι το 2020, είχαμε έναν υψηλό ρυθμό ανάπτυξης και το χαμηλότερο ποσοστό ανεργίας στην Ευρώπη. Όμως το χαμηλό καθαρό ποσοστό αναπαραγωγής πληθυσμού, η αυξανόμενη γήρανσή του κι ο συνεχώς μικρότερος αριθμός των εισφορέων του Ταμείου συνηγορούσαν υπέρ της επανεκτίμησης της κατάστασης. Στο Έκτακτο Σχέδιο, 1982-1986, είχαμε επισημάνει τις αναμενόμενες αρνητικές εξελίξεις και την ανάγκη εφαρμογής μιας ολοκληρωμένης πληθυσμιακής πολιτικής για συγκράτηση της τάσης για μείωση της γεννητικότητας με μέτρα που θα επιτρέπουν στις γυναίκες να συνδυάζουν τη μητρότητα με την οικονομική δραστηριότητα.

Μετά από συζήτηση στο Συμβούλιο Κοινωνικών Ασφαλίσεων, προωθήσαμε τις πιο κάτω αλλαγές. Καθορίστηκε ως όριο συνταξιοδότησης το 63Ο έτος ως δικαίωμα των εργαζομένων, όταν πληρούσαν τις ελάχιστες προϋποθέσεις. Όμως παρείχετο η επιλογή κάποιος να συνεχίσει να συνεισφέρει μέχρι τα 65 ή ακόμη και μέχρι τα 68 για να πάρει πλήρη ή αυξημένη σύνταξη. Αυτή η ευελιξία θα μπορούσε να βοηθήσει να αντιμετωπιστούν πολλά προβλήματα που παρουσιάζονται. Θα μπορούσε με τα κατάλληλα κίνητρα να παραταθεί η συνταξιοδότηση στα 68, για όσους ήθελαν ή μπορούσαν να εργάζονται αποδοτικά, ενώ παράλληλα να αντιμετωπιστούν νωρίτερα τα προβλήματα των εργαζομένων σε βαριά κι ανθυγιεινά επαγγέλματα, των ανίκανων για εργασία, καθώς και των μη παραγωγικών σε συγκεκριμένα επαγγέλματα.

ΔΡ ΙΑΚΩΒΟΣ ΑΡΙΣΤΕΙΔΟΥ
Πρώην Υπουργός
Πρώην Γενικός Διευθυντής Γραφείου Προγραμματισμού
www.iacovosaristidou.com