Μια φορά κι ένα καιρό υπήρχε μια πατρίδα. Μια πατρίδα που γεννήθηκε και μεγάλωσε στη φωλιά του λύκου. Γεννήθηκε σε μια φωλιά που έμοιαζε παράδεισος, μια γωνιά γης που όλοι ήθελαν -και θέλουν ακόμα- να ελέγχουν. Πέρασαν πολλοί πάνω απο τα χώματα τούτης της πατρίδας. Αιώνες τώρα… Πέρασαν πολλοί. Αμέτρητοι!

Αυτή η πατρίδα είδε και άκουσε πολλά. Είδε φίλους, είδε οχτρούς να ρίχνουν άγκυρες, να ρίχνουν δίχτυα, να μαζεύουν, να σκορπούν, να κλέβουν, να προσεύχονται. Είδε ληστές. Κατακτητές. Είδε Αγίους και θαύματα. Είδε βαρβάρους, είδε κατακτητές. Είδε πειρατές, κλέφτες. Είδε ναυάγια, είδε πολέμους, σεισμούς, προδοσίες… Η άμμος της είδε καράβια να φορτώνουν την πραμάτεια. Η άμμος της είδε εραστές να σπέρνουνε τον έρωτα, είδε σεισμούς, πολιορκίες.

Είδε φτωχούς. Πεινασμένους. Άρχοντες. Στρατιωτικούς. Είλωτες. Δούλους. Αυτοκράτορες. Μοναχές. Πόρνες. Είδε όνειρα να στροβιλίζονται. Είδε ναυάγια, είδε άξεστους. Είδε αγρίμια. Η άμμος της είδε σημαίες. Φάρους. Αλυσίδες. Βότσαλα. Είδε τη θάλασσα να ουρλιάζει, τη θάλασσα να χαϊδεύει… Είδε σημαδούρες. Σταυρούς. Προφήτες. Πιστούς. Άπιστους. Είδε ελεύθερους. Φυλακισμένους. Ονειροπόλους. Η άμμος της είδε τυφλούς. Άρρωστους. Βασιλιάδες. Είδε γενναίους και δειλούς. Είδε αργύρια τριάντα. Είδε Αποστόλους. Είδε αυτούς που πίστεψαν, μα κι εκείνους που δεν πίστεψαν. Είδε προδότες.

Η άμμος της είδε το φως και το σκοτάδι. Είδε τα χρόνια, τους αιώνες των αιώνων. Τη σκλαβιά. Την ελευθερία. Τους Φράγκους. Τους Πτολεμαίους. Την Αρσινόη. Τον Τεύκρο. Τον γιο του Τελαμώνα. Τον Αίαντα. Τον Ιουστινιανό. Τη Θεοδώρα. Τους Σαρακηνούς. Τους Βενετούς. Τους Γενουάτες. Τους Πιζάνους. Τους Ναπολιτάνους. Τους Καταλάνους. Τους Μαρσεγιέζους. Τους Σύρους. Τους Άραβες. Τον Ριχάρδο τον Λεοντόκαρδο. Τους Λουζινιανούς. Τους Εγγλέζους. Τους Τούρκους… Αυτή η πατρίδα είδε αμούστακα παιδιά το ’55 να ορκίζονται, να πολεμούν, να κερδίζουν, να χάνουν. Να στήνουν αμέτρητες ενέδρες.

Είδε αμούστακα παιδιά να πεθαίνουν για τούτο τον τόπο. Αυτή η πατρίδα είδε πραξικοπήματα, αδέρφια να σκοτώνονται μεταξύ τους, είδε τη βαρβαρότητα του τούρκου κατακτητή το 1974 και μια και δυο φορές. Και τον Ιούλιο και τον Αύγουστο. Είδε 200.000 ανθρώπους της να γίνονται πρόσφυγες στην ίδια της την επικράτεια. Αυτή η πατρίδα έθαψε 6.000 νεκρούς της, ήρωες μιας άνισης μάχης. Με το αίμα ποτάμι. Με την αδικία και τον ξεσπιτωμό σαν μια άγρια καταιγίδα που κανείς δεν μπόρεσε να σταματήσει. Και σήμερα, μισή, κομματιασμένη, μοιρασμένη στα δυο βιώνει τη σκληρή, την αδυσώπητή της πραγματικότητα…

Υπάρχει, λένε, ένα τραπέζι. Ένα τραπέζι στο οποίο απο τη μια κάθεται και διαπραγματεύεται ο διαιτητής, ένας κύριος, ξένος, που δεν έχει πάθει, δεν έχει χάσει, δεν έχει πονέσει ποτέ στη ζωή του. Με το όμορφο κοστούμι του, με το χαμόγελο στο στόμα συνομιλεί μαζί μας και με κάποιον εκπρόσωπο του κατακτητή. Μήνες και μήνες τώρα... Συνομιλούν. Μετρούν. Ζυγίζουν. Ξαναζυγίζουν. Η πατρίδα στο τραπέζι! Η πατρίδα κάτω απο το μικροσκόπιο.

«Σας πήραμε τη μισή πατρίδα», λέει ένας κύριος. «Σκεφτόμαστε να σας δώσουμε πίσω δυο τοις εκατόν εάν... Θα μπορούσαμε να σας δώσουμε και τρία τοις εκατόν εάν… Αν δεχτείτε κι 'αυτόν' τον όρο, θα σας χαρίσουμε -θα σας επιστρέψουμε μάλλον- κι ένα δέντρο σας… Αυτό που σας κλέψαμε, αυτό που κρατάμε για 42 χρόνια. Θα σας δώσουμε και μια λεμονιά, λοιπόν, αν δεχτείτε να... Ίσως και μια βασιλιτζιά απο την Κερύνεια… Όσο για την ίδια την Κερύνεια, όσον αφορά τη Μόρφου, την Αμμόχωστο, τη μισή Λευκωσία, θα δούμε! Θα το 'συζητήσουμε' εάν…».

Θ’ ανάψω απόψε ένα κερί, με μουσική λυπητερή, Κερύνεια μου… Θα σε χορέψω μια στροφή σαν άντρας που ’χει τρελαθεί…