Η εκλογή του Donald Trump στην προεδρία των ΗΠΑ έχει προκαλέσει μια αναστάτωση, όχι μόνο στην ίδια την Αμερική με τις πολλές διαδηλώσεις σε διάφορα σημεία της χώρας, αλλά και ανησυχίες ευρύτερα στην Ευρώπη και τον κόσμο. Και τούτο λόγω της κυριάρχου θέσεως και του πρωταγωνιστικού ρόλου που διαδραματίζουν οι ΗΠΑ από πολιτική, οικονομική και στρατιωτική άποψη στον σημερινό κόσμο.

Είναι άραγε δικαιολογημένες τέτοιες ανησυχίες, ή μήπως πρόωρα εκφράζονται και είναι υπερβολικές; Η εκλογή Trump, λοιπόν, φαίνεται να προκαλεί αβεβαιότητα και ανησυχίες, ως εκ του γεγονότος ότι κατ’ αρχήν ο ίδιος δεν είναι μέρος του πολιτικού κατεστημένου της χώρας (η υποψηφιότητά του προκάλεσε, ως γνωστόν, τριβές μέσα στο ίδιο του το Κόμμα) και δεν φαίνεται να έχει οποιαδήποτε πολιτική εμπειρία, τόσο σε θέματα εσωτερικής πολιτικής όσο και ιδιαίτερα σε θέματα εξωτερικής πολιτικής, κάτι που έχει σίγουρα ιδιαίτερη σημασία για μια υπερδύναμη.

Για πολλούς ο Trump ήταν και παραμένει, μέχρι στιγμής τουλάχιστον, ο άγνωστος «Χ». Ένας άνθρωπος από τον κόσμο των επιχειρήσεων, ο οποίος μετά τις επιτυχίες του ως επιχειρηματίας θέλησε να δοκιμάσει την τύχη του και στον «ελκυστικό» κόσμο της πολιτικής.

Εφαρμόζεται, ίσως, και στην περίπτωσή του το «πολλοί τον πλούτον εμίσησαν, την δόξαν ουδείς».
Και είναι, προφανώς, δύσκολο και ιδιαίτερα παρακινδυνευμένο να προσπαθήσει κανείς να σκιαγραφήσει τον πολιτικό Trump μέσα από την προεκλογική εκστρατεία του. Και τούτο γιατί σε έναν προεκλογικό αγώνα σίγουρα υπεισέρχονται πολλά στοιχεία που ανάγονται στην ανθρώπινη φύση, με όλες τις αδυναμίες της.

Μέσα στη δίνη ενός τέτοιου αγώνα, αυτά ακριβώς τα στοιχεία προσλαμβάνουν διαστάσεις που δημιουργούν πολλές φορές εντυπώσεις που δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα. Δυστυχώς οι προεκλογικοί αγώνες των υποψηφίων, σχεδόν παντού ανά τον κόσμο, όπως ακόμα και η ίδια η πολιτική ζωή, δεν κινούνται κατ’ ανάγκη μέσα σε πλαίσιο ηθικής και αξιών που θα έπρεπε κανονικά να χαρακτηρίζουν, σε ένα ικανοποιητικό τουλάχιστον επίπεδο, την πολιτική ζωή ενός τόπου.

Εκείνο που κυρίως θα ενδιέφερε εν προκειμένω ιδιαίτερα την Κύπρο, μια μικρή ευρωπαϊκή χώρα, θύμα εισβολής και για 42 τώρα χρόνια κατοχής του μισού σχεδόν εδάφους της, είναι η πολιτική της νέας κυβερνήσεως Trump στο Κυπριακό. Και ακόμα επειδή είμεθα κράτος μέλος της ΕΕ, θα πρέπει να μας ενδιαφέρουν λογικά και οι σχέσεις ΗΠΑ και ΕΕ στο σύνολό τους.

Όσον αφορά το Κυπριακό, κατ’ αρχήν, εκτίμησή μας είναι ότι δεν θα υπάρξει οποιαδήποτε αλλαγή πολιτικής των ΗΠΑ. Η πολιτική, άλλωστε, αυτή προφανώς χαράσσεται από τη γραφειοκρατία του State Department και δεν νομίζουμε, εν προκειμένω, να συντρέχουν λόγοι αλλαγής της. Και τούτο, αν κρίνει κανείς από τους εν ισχύι, για την ώρα τουλάχιστον, διεθνείς συσχετισμούς, και τις σχέσεις των ΗΠΑ με τα άμεσα εμπλεκόμενα μέρη και δη την Τουρκία.

Όσον αφορά τις σχέσεις ΗΠΑ- ΕΕ παρατηρούμε τα ακόλουθα:
Η Ευρώπη του σήμερα, ιδιαίτερα μετά και την ψήφο στη Μεγάλη Βρετανία για το Brexit, φαίνεται να είναι σε μια κατάσταση σύγχυσης, αμηχανίας και αβεβαιότητος όσον αφορά το μέλλον. Για να πούμε το λιγότερο. Η εικόνα που παρουσιάζει είναι δυστυχώς μια εικόνα αδυναμίας και έλλειψης ουσιαστικής συνοχής.

Πέραν των σοβαρών οικονομικών προβλημάτων των κρατών μελών της Ευρωζώνης, ιδιαίτερα εκείνων του ευρωπαϊκού Νότου, η αδυναμία χάραξης και εφαρμογής μίας κοινής εξωτερικής πολιτικής και πολιτικής ασφάλειας γενικότερα, αλλά και η εκπληκτική αδυναμία που παρουσιάζει η ΕΕ ειδικότερα όσον αφορά την υιοθέτηση μιας κοινής αποτελεσματικής πολιτικής για την αντιμετώπιση του μεγάλου προσφυγικού προβλήματος, επηρεάζουν σε έναν πολύ μεγάλο βαθμό και συμβάλλουν κατ’ ουσίαν σε μια συνεχή συρρίκνωση του ρόλου της Ευρώπης επί διεθνούς πεδίου. Αυτή σίγουρα δεν είναι η εικόνα μιας Ευρώπης, μιας EE που θα θέλαμε.

Οι διαπιστώσεις αυτές, στον βαθμό τουλάχιστον που ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα, αναμένεται ότι θα επηρεάσουν σε ένα βαθμό, μεγαλύτερο ή μικρότερο ανάλογα με την περίπτωση, και τις σχέσεις των ΗΠΑ με την ΕΕ. Ιδιαίτερα σε θέματα εξωτερικής πολιτικής και πολιτικής ασφάλειας γενικά, αλλά και ειδικότερα όσον αφορά την αντιμετώπιση κρίσεων επί διεθνούς πεδίου σε διάφορα σημεία του πλανήτη.

Πέραν των ανωτέρω, πιθανόν να υπάρξουν επιπτώσεις και σε θέματα καθαρά στρατιωτικής συνεργασίας ΗΠΑ-ΕΕ, που άπτονται της ασφάλειας και της σταθερότητος, τόσο των ιδίων των χωρών του ευρωπαϊκού Νότου, όσο και της μεσογείου και της ευρύτερης Μέσης Ανατολής.

Παρά ταύτα, και παρά τις εν προκειμένω αναμενόμενες δυσκολίες και τη διαφορά απόψεων που ενδεχομένως να προκύψουν μεταξύ ΗΠΑ, υπό τον νεοεκλεγέντα πρόεδρο Trump, και κρατών μελών της ΕΕ, η προσωπική μας άποψη είναι ότι ΗΠΑ και Ευρώπη θα συνεχίσουν να συνεργάζονται στενά και να στηρίζουν ο ένας τον άλλο. Και τούτο γιατί συνδέονται διαχρονικά διαμέσου της ιστορίας και κοινών αγώνων, με κοινές και απαρασάλευτες αρχές και αξίες, επί των οποίων και εδράζεται η μεταξύ τους διαχρονική σχέση. Ιδιαίτερα μέσα στο πλαίσιο της ισχυρής συμμαχίας του ΝΑΤΟ, η οποία είναι και η μόνη που διατηρείται μετά τη διάλυση του αντιπάλου δέους του πάλαι ποτέ Συμφώνου της Βαρσοβίας.

Δεν νομίζουμε, λοιπόν, ότι η αλλαγή προέδρου στις ΗΠΑ, με όλα όσα μια τέτοια αλλαγή συνεπάγεται, θα επηρεάσει την ισχυρή αυτή διαχρονική σχέση ΗΠΑ και Ευρώπης σε τέτοιο βαθμό, που να τη θέσει σε οποιονδήποτε πραγματικό κίνδυνο. Αντίθετα, πιστεύουμε ότι η σχέση αυτή θα συνεχίσει ισχυρή και αδιατάραχτη, γιατί είναι βαθιά ριζωμένη στον χρόνο και βασίζεται πάνω σε αρκούντος ισχυρά θεμέλια.

Επομένως, εκτιμούμε ότι οι ανησυχίες που εκφράζονται από διάφορους κύκλους είναι εν προκειμένω υπερβολικές και θα αποδειχθούν σύντομα και αβάσιμες στην πράξη. Η σχέση στενής συνεργασίας και αμοιβαίας στήριξης ΗΠΑ και ΕΕ θα πρέπει σίγουρα να συνεχιστεί, πιστεύουμε, γιατί δεν είναι μόνο αμοιβαία επωφελής, αλλά ταυτόχρονα είναι και ένα από τα πιο ισχυρά εχέγγυα για παγκόσμια ειρήνη, οικονομική ανάπτυξη και ευημερία.

Πέραν των ανωτέρω, θα θέλαμε με την ευκαιρία της ανάληψης των καθηκόντων της νέας κυβερνήσεως των ΗΠΑ να εκφράσουμε την ελπίδα όπως οι σχέσεις ΗΠΑ και Ρωσίας, ειδικότερα, αναπτυχθούν και βελτιωθούν, ούτως ώστε να καταστεί δυνατή η υπέρβαση οποιασδήποτε αμοιβαίας καχυποψίας.

Θα θέλαμε να εκφράσουμε, ειδικότερα, την ελπίδα ότι θα καταστεί δυνατή η εγκαθίδρυση μιας νέας τάξεως πραγμάτων στις σχέσεις μεταξύ ΗΠΑ και Ρωσίας, μίας νέας d?tente, αν μπορούσαμε να χρησιμοποιήσουμε έναν όρο οικείο από το παρελθόν, με τις δικές της παραμέτρους προσαρμοσμένες στα δεδομένα της σημερινής εποχής.

Είμεθα πεπεισμένοι ότι με εκατέρωθεν πρωτοβουλίες, αποφασιστικά και σταθερά βήματα, μπορεί να εγκαθιδρυθεί μεταξύ των δύο χωρών μια σχέση αλληλοσεβασμού, αλληλοκατανόησης και φιλίας, μακράν από κρίσεις και εντάσεις που να ενθυμίζουν την περίοδο του Ψυχρού Πολέμου.

Μόνο έτσι, πιστεύουμε, θα μπορέσουμε ως ανθρωπότητα να ελπίζουμε σε επικράτηση και διατήρηση ειρήνης, ασφαλείας και σταθερότητος, όχι μόνο στην τεταραγμένη περιοχή της ευρύτερης Μέσης Ανατολής αλλά και ανά την υφήλιο.

ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ ΓΙΑΓΚΟΥ
Πρώην Πρέσβης