Το σκηνικό, δυστυχώς, στήθηκε ξανά για τις επερχόμενες δημοτικές εκλογές. Κόμματα, αλλά και φορείς, εκφράζουν τη στήριξή τους σε (προεκλογικά) νεοφανείς «σωτήρες» και προσπαθούν να πείσουν τους ψηφοφόρους πως (περίπου, με αλάνθαστη συνταγή) οι εκλεκτοί τους, και μόνον αυτοί, θα επιλύσουν όλα τα τοπικά προβλήματα.
Θα ήταν, πραγματικά, ενδιαφέρον να γίνει μια έρευνα, η οποία θα αναδεικνύει τον αριθμό ή το ποσοστό όσων διεκδικούν τη λαϊκή ψήφο κι έχουν να επιδείξουν την (πρότερη) ενεργό συμμετοχή τους στα κοινά κι ακόμα, τη διατήρηση του «ενδιαφέροντός» τους γι' αυτά τα θέματα στην περίπτωση αποτυχίας εκλογής τους.
Έτσι και για τις επί θύραις δημοτικές εκλογές ακούμε, ελέω μικροπολιτικής, με ύφος και αίολα επιχειρήματα, τα οποία δεν συνάδουν με τ’ αξιώματα που διεκδικούνται: μηδενισμό των όσων έχουν επιτευχθεί (και μάλιστα στο αποκορύφωμα μιας πρωτόγνωρα δύσκολης περιόδου οικονομικής κρίσης). Αποσιώπηση των όσων έχουν γίνει κι εξακολουθούν να γίνονται σε όλους ανεξαιρέτως τους τομείς δραστηριότητας της τοπικής αυτοδιοίκησης.
Αφ’ υψηλού υποδείξεις περί «ορθής» διαχείρισης. Περί «έργων βιτρίνας» (αν είναι δυνατόν, ειδικά, κατά την τρέχουσα περίοδο των ισχνών αγελάδων να ξοδεύονται κονδύλια για τέτοια έργα) και διάφορα άλλα εύηχα. Στ’ αλήθεια, ποια είναι, τέλος πάντων, αυτά τα περίφημα «έργα βιτρίνας»;
Ας μου επιτραπεί να περιοριστώ (λόγω ειδικού ενδιαφέροντος) στα του πολιτισμού. Εδώ, λοιπόν, αποκαλύπτεται (χωρίς ιδιαίτερη προσπάθεια) πως η αναφορά σε θέματα πολιτισμού βρίσκεται εκτός (κυπριακής) πραγματικότητας. Γιατί, απλούστατα, οι (γνήσιοι) θεράποντες του πολιτισμού έχουν επίγνωση των μεγεθών και των αναγκών του τόπου και της πόλης μας.
Πραγματικά, με τα περί «διαμόρφωσης μιας νέας πολιτιστικής πρότασης», ισχύει η προτροπή για «φρέσκιες ιδέες και περισσότερη φαντασία στα θέματα πολιτισμού και καλλιτεχνικής δημιουργίας»; (σημειωτέον πως, οι εκφράσεις σε παρένθεση αποτελούν φρασεολογία προεκλογικού προγράμματος).
Απλούστατα, ας αναγνώσει κάποιος (από τις ιστοσελίδες του Δήμου, του «Συντονιστικού», του ΡΙΑΛΤΟ, της Στέγης Χορού, των χορωδιών, των θεατρικών σχημάτων και των λογοτεχνικών σωματείων της πόλης, της Κινηματογραφικής Λέσχης, του Ε.ΚΑ.ΤΕ., της Φωτογραφικής Εταιρείας και όλων των υπολοίπων ενεργών σωματείων) τα φεστιβάλ και τις λοιπές εκδηλώσεις που διοργανώνονται στην πόλη, ακριβώς, λόγω της υπάρχουσας υποδομής και της δημιουργικής πορείας των τοπικών φορέων.
Ως εκ τούτου, η αναφορά σε «δημιουργία νέων θεσμών», ή σε «ανάδειξη του πολιτιστικού πλούτου» φανερώνει, αν μη τι άλλο, άγνοια των δρώμενων της πόλης και δεν επιδέχεται καν περαιτέρω σχολιασμό. Άλλωστε, ο πολιτιστικός πλούτος αναδεικνύεται, καθημερινά, εν τη απουσία των αυτόκλητων «προστατών» του, γιατί ο πολιτισμός αποτελεί, εν τέλει, τρόπο ζωής και δεν επιβάλλεται με ντιρεκτίβες, ούτε με προγράμματα και συνθήματα περί «ουσίας».
Αποκορύφωμα όλων αποτελεί η προγραμματική αναφορά «να στηριχτούν οι άνθρωποι των τεχνών με έμπρακτο τρόπο», μεθερμηνευόμενο (από το ίδιο προεκλογικό πρόγραμμα) στη στήριξη «μέσω ενός Ταμείου Πολιτισμού για αγορά έργων τους και οικονομική στήριξή τους»! Πραγματικά, διερωτώμαι:
Οι «πολιτιστικοί σύμβουλοι» δεν έχουν επεξηγήσει επαρκώς την παντελώς διαφορετική χρησιμότητα του Ταμείου Πολιτισμού (συγκεκριμένο αίτημα το οποίο διατυπώνεται από το Συντονιστικό Συμβούλιο Πολιτιστικών Φορέων Λεμεσού στο οποίο, δεοντολογικά, όφειλε να γίνει αναφορά); Δυστυχώς, επίσης, καμιά νύξη στην υφιστάμενη δυνατότητα χρήσης της πολιτιστικής υποδομής όπου (οι πάμπολλοι φορείς της πόλης) δημιουργούν και προβάλλουν το έργο τους.
Είναι πολύ δύσκολο να αγνοείς απτά δεδομένα, ιδιαίτερα όταν ζεις (και πολιτεύεσαι) στην πόλη η οποία διαθέτει την πληρέστερη (δημοτική και μη) πολιτιστική υποδομή, παγκυπρίως, δημιουργεί πρωτογενή πολιτιστική παραγωγή (αν, ως «μυημένος», είσαι σε θέση να το αντιληφθείς) και παρουσιάζει πληθώρα και ποικιλία πολιτιστικού «προϊόντος», τέτοιας έκτασης, το οποίο είναι ανθρωπίνως αδύνατον, πλέον, να παρακολουθείς στο σύνολό του.
Ας ανακαλέσει ο κάθε αντικειμενικός παρατηρητής στη μνήμη του όλα εκείνα τα έργα πολιτιστικής υποδομής, πλείστα των οποίων έχουν αναβαθμιστεί κι εξακολουθούν να λειτουργούν, εδώ και δεκαετίες, χωρίς καμιά κρατική βοήθεια και συνδρομή.
Ας προβληματιστούν, λοιπόν, οι κάθε λογής επίδοξοι δημοτικοί άρχοντες. Η (ηθελημένη) άγνοιά τους προδίδει, ταυτόχρονα, την έλλειψη συμμετοχής τους στα δρώμενα της πόλης, την οποία αξιώνουν να υπηρετήσουν.
Συμπολίτες, ο έχων ώτα ακούειν, ακουέτω!
ΙΟΥΛΙΟΣ ΘΕΟΔΩΡΙΔΗΣ




