Το του Στεφανόπουλου «άξαφνο» ερώτημα….

Ξαφνιάστηκαν οι πάντες! Και οι πολιτικοί παρατηρητές και οι πολιτικοί αναλυτές και βεβαίως οι πολιτικοί οι σκέτοι. Και κανένα κανάλι δεν το προέβαλε (εκτός από τη ΝΕΤ). Και καμιά εφημερίδα πλην μιας δεν το ΄γραψε. Όμως σχόλιο ουδέν και από πουθενά δεν αποτολμήθηκε. Γιατί βεβαίως η από του γυαλιού του ΡΙΚ αμήχανη σ’ αυτό αναφορά, ως ερμηνεία επί ψυχογραφικού μάλιστα επιπέδου, από περιώνυμο «εκλεκτό» ανάμεσα στους εκλεκτούς δημοσιογράφους μας, θνητής φλυαρίας άθυρμα υπήρξε μόνο.

Πρόκειται βεβαίως για το σημαντικότερο κατά την άποψη τού γράφοντος γεγονός της εδώ παρουσίας του Προέδρου. Και πρόκειται για τον λόγο που ως φωνή τού Έθνους ήχησε διά στόματος τού Κωστή Στεφανόπουλου, από τις κεντρικές φυλακές της Λευκωσίας, μέσα στον χώρο της βλοσυρής αγχόνης, εκείνης η οποία τροφοδότησε τα παρακείμενα φυλακισμένα μνήματα με τα ιερά σώματα ηρώων, την Ελληνική Ιστορία με νέα παρακαταθήκη, και τον φορέα της ίδιας της αγχόνης με ντροπή. Και ο λόγος τού, ένθεν κακείθεν του Αιγαίου, σπάνιου αυτού πολιτικού και ηθικού ανδρός, ήταν απλός και γι’ αυτό κρυσταλλίνως διαυγής: «Γιατί η Βρετανία δεν απολογήθηκε ακόμη προς τα θύματά της;»…

Το ερώτημα τού Κωστή Στεφανόπουλου, ενοχή μας απωθημένη για 38 χρόνια στον χώρο τού υποσυνείδητου, οδηγεί κατ’ ευθείαν στο κέντρο του προβλήματος αυτού του τόπου, από το μοιραίο έτος 1960 και εντεύθεν. Τι είναι που θα αναγκάσει, αλήθεια, τους Βρετανούς να απολογηθούν; Αισθάνθηκαν ποτέ εκείνοι, από το 1960 και εντεύθεν, ότι η περιρρέουσα ατμόσφαιρα αυτού του τόπου, που πρώτα φρόντισαν να τον ρημάξουν, και όπου οι ίδιοι αποφάσισαν μετά να παραμείνουν διαβιούντες εν εκτάσει (και παραθερίζοντες και διαχειμάζοντες) αλλού ως κυρίαρχοι ιδιοκτήτες «βάσεων», και αλλού ως κυριαρχούντες «φίλοι», ότι κάτι τους εξανάγκαζε, αν θα είχαν τη δυνατότητα φιλικά να διαβιούν, να κάνουν πρώτα έστω υποτυπωδώς την «απολογία» αυτή;

Τριάντα οκτώ χρόνια συναπτά, απωθούσαμε στο υποσυνείδητο το ερώτημα, που τώρα απλώς μας το απεκάλυψε ένας ακέραιος Έλληνας, που είναι σήμερα Πρόεδρος της Ελληνικής Δημοκρατίας. Αλλά, όπως το έχει διδάξει η αναλυτική ψυχολογία του Καρλ Γιουγκ, «επιθυμία απωθημένη στο υποσυνείδητο μετατρέπεται σε νεύρωση»!

Ό,τι παθογόνο δηλ. μαστίζει ακολούθως την ανθρώπινη ψυχή. Και η νεύρωση έκανε ήδη τη νοσηρή της παρουσία διά στόματος Δημήτρη Χριστόφια, ο οποίος δεν ασχολείται αν οι Βρετανοί θα απολογηθούν στους ήρωες τής ΕΟΚΑ, αλλά στεντoρείως απαιτεί, οι αγωνιστές εκείνοι να απολογηθούν σ’ εκείνον και στους περί αυτόν.

Φυσικό άλλωστε σύμπτωμα, μια και η νωχέλειά μας παρήγαγε αίφνης και την άλλη νεύρωση, που διά γραφίδος τώρα, του νυν λέκτορα (και καθηγητή οσονούπω) στο παρ’ ημίν νεοϊδρυθέν (δικοινοτικό υπό εχεμύθεια...) Πανεπιστήμιο Κύπρου, κ. Καίσαρα Μαυράτσα, που ερμηνεύει την ύπαρξη τών ηρώων εκείνων, ως οφειλόμενη στο γεγονός ότι προέρχονται από ιδεολογία που παράγει δολοφόνους! Διότι, όπως σαφώς το διαπιστώνει (δι’ αρνητικού βεβαίως λόγου) η κοινωνιολογική σοφία του, «...Μια ιδεολογία που δύσκολα παράγει δολοφόνους, εξίσου δύσκολα παράγει και ήρωες». (Έτσι ακριβώς, στη σελίδα 18 του βιβλίου του: «Όψεις τού Ελληνικού Εθνικισμού στην Κύπρο», με γράμματα ελληνικά, ευκρινή και ευανάγνωστα…).

Παρωνυχίδες τάχα; Συμπτώματα, λέει ο γράφων, ενός λαού που δεν έχει διερωτηθεί ακόμα, ποιανού την επιθυμία ικανοποιούσε, όταν νικηφόρος πια μετά τον ένοπλο αγώνα του, που με τόση περηφάνια τροφοδότησε τα στήθη του, ανεχόταν να εξοριστεί την επομένη από τον τόπο του ο Αρχηγός εκείνου του Αγώνα. Ενός λαού που δεν διερωτήθηκε ακόμα πώς, με διαφορά μιας μόνο νύχτας, ενώ ήταν μοναδικό παράδειγμα λαού, που ενώ δεν καταδυναστευόταν, δεν δυστυχούσε, δεν επένετο, επαναστάτησε εντούτοις εναντίον τού Άγγλου κυρίαρχου, από περηφάνια και μόνο, δημιούργησε επίσης έπος εκ του μη όντος, χωρίς τέτοιες προϋποθέσεις, και εναντίον πάσης «ερμηνείας», παρ' όλ' αυτά, δημιούργησε άλλη αποκλειστικότητα μετά τη νύχτα εκείνη: Ότι έγινε μοναδικό παράδειγμα λαού, που δεν επαναστάτησε στις ταπεινωτικές γι’ αυτόν επιθυμίες (εξορίας του Αρχηγού του) των πρώην (και τώρα πια μέχρι ταπείνωσης ηττημένων) κυριάρχων του.

Τα ερωτήματα αυτά, που οι πολιτικοί μας διανοητές πιστεύουν πως τα εξουδετερώνουν αγνοώντας τα, αφύπνισε το άξαφνο ερώτημα του Κωστή Στεφανόπουλου. Ίσως όμως ο Πρόεδρος της Ελληνικής Δημοκρατίας κατανοήσει το ξάφνιασμα από το ερώτημά του, και συνάμα κατανοήσει και την απάντηση σ’ αυτό, όταν μετά το περιδιάβασμά του ανά την Κύπρο, και ενώ θα έχει βρει και θα έχει στεφανώσει πλήθος μνημεία ηρώων εκείνου του έπους, θα διαπιστώσει ότι δεν έχει βρει στον δρόμο του ούτε ένα μνημείο ανδρείας η κλέους για τον Αρχηγό εκείνου του έπους.

Σημείωση: Το κείμενο αυτό πρωτοδημοσιεύτηκε στις 26/6/1998

XΑΡΗΣ ΦΕΡΑΙΟΣ
Διδάκτωρ του ΕΜΠ